March 3, 2009

ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, ΜΑΚΗΣ - Ο κινητήρας και η τροχοπέδη

Σε μια περίοδο που αντικειμενικά αναδεικνύεται η ιστορική επικαιρότητα του σοσιαλισμού, οι Θέσεις της ΚΕ ανοίγουν δρόμο για την ανάπτυξη της μαρξιστικής - λενινιστικής θεωρίας σχετικά με τη σοσιαλιστική οικοδόμηση.

Η κριτική που ασκήθηκε στις Θέσεις στο πλαίσιο του διαλόγου, δεν ήταν πάντα γόνιμη. Προσπέρασε σε πολλές περιπτώσεις το προτεινόμενο πεδίο προβληματισμού, δηλαδή τη διερεύνηση των βασικών εξελίξεων στην κοινωνικοοικονομική βάση που οδήγησαν τελικά στην ανατροπή του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ.

Ορισμένες κριτικές προσεγγίσεις υποστηρίζουν ατεκμηρίωτα ότι οι θέσεις συγκλίνουν τάχα με προσεγγίσεις οπορτουνιστικών ομάδων για την ιστορία του ΚΚΣΕ, ότι υποτιμούν τα ζητήματα του εποικοδομήματος και τελικά πως διακατέχονται από βουλησιαρχική αντίληψη σχετικά με τη σοσιαλιστική οικοδόμηση η οποία μπορεί να οδηγήσει σε επικίνδυνα άλματα προς τον αναπτυγμένο κομμουνισμό.

Οι συγκεκριμένες απόψεις αποκλίνουν μεθοδολογικά απ' τις βασικές αρχές της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Στην ουσία δεν εξετάζουν την εξέλιξη της κοινωνικής παραγωγής σαν σύνολο με τις δυο αξεχώριστες πλευρές της, τις παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας και τις σχέσεις παραγωγής, οι οποίες επενεργούν η μια πάνω στην άλλη. Κυρίως, δεν αποδέχονται ότι οι νέες κομμουνιστικές σχέσεις παραγωγής προωθούνται συνειδητά και όχι αυθόρμητα στην πορεία μετάβασης απ' την ανώριμη προς την ώριμη κομμουνιστική βαθμίδα. Συνειδητά δε σημαίνει βεβαίως αυθαίρετα, δηλαδή ανεξάρτητα απ' το εκάστοτε επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Η προσπάθεια προσαρμογής των σχέσεων παραγωγής στο ύψος των αναπτυσσόμενων παραγωγικών δυνάμεων πρέπει να είναι συνεχής. Δεν πρόκειται για μονόπρακτο έργο που τελειώνει με την κατάργηση της αστικής τάξης μετά την επανάσταση.

Αυτή η προσπάθεια προσαρμογής και επέκτασης των σοσιαλιστικών - κομμουνιστικών σχέσεων παραγωγής δεν μπορεί να υλοποιηθεί γενικά και αόριστα απ' την κοινωνία, από «τα κάτω». Πραγματοποιείται απ' το κράτος της δικτατορίας του προλεταριάτου, με τον καθοδηγητικό ρόλο του Κομμουνιστικού Κόμματος που επιβεβαιώνεται με την ενεργοποίηση της εργατικής τάξης και του λαού προς αυτή την κατεύθυνση. Ενεργοποίηση που βασίζεται σε μαζικές οργανώσεις και θεσμούς της δικτατορίας του προλεταριάτου (σοβιέτ, συνδικάτα κλπ.).

Αν η αναγκαία προσαρμογή των σχέσεων παραγωγής δε γίνει έγκαιρα και εύστοχα, στην πραγματικότητα η πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης δε μένει στατική. Αργά ή γρήγορα θα έχουμε διολίσθηση προς τα πίσω. Γι' αυτό ο Στάλιν στην περίφημη κριτική του προς το σ. Γιαροσένκο, τονίζει ότι οι νέες σχέσεις παραγωγής δε μένουν αιώνια νέες και πως όταν αρχίζουν να παλιώνουν «αρχίζουν να χάνουν το ρόλο της κύριας κινητήριας δύναμης των παραγωγικών δυνάμεων και μετατρέπονται σε τροχοπέδη τους».

Ετσι για παράδειγμα, η ισχυροποίηση των αγροτικών συνεταιρισμών (κολχόζ) παίζει προωθητικό ρόλο στις δεκαετίες '20-'30 που δεν έχουν ωριμάσει οι προϋποθέσεις στην ΕΣΣΔ για κοινωνικά οργανωμένη αγροτοβιομηχανική παραγωγή. Δε συμβαίνει όμως το ίδιο στη δεκαετία του '50 όταν ενώ υπάρχουν πλέον οι υλικές προϋποθέσεις καθυστερεί η κοινωνικοποίηση των συνεταιρισμών και η πλήρης ένταξή τους στον κεντρικό σχεδιασμό.

Σε αυτό το εξελισσόμενο οικονομικό πλαίσιο μεταβάλλεται και η κοινωνική διαστρωμάτωση, συντελούνται ταξικές ανακατατάξεις, αλλάζουν οι όροι και οι στόχοι της ταξικής πάλης καθώς και των κοινωνικών συμμαχιών. Το ζήτημα της συμμαχίας με το μεσαίο αγρότη δεν μπορεί να είναι ίδιο στη δεκαετία του '20 που δεν έχουν ακόμη εξουδετερωθεί οι κουλάκοι και στη δεκαετία του '50.

Καθοριστική πλευρά για την έκβαση της ταξικής πάλης αποτελεί η πορεία της εσωκομματικής πάλης απέναντι στο οπορτουνιστικό ρεύμα. Το οπορτουνιστικό ρεύμα εδράζεται και τροφοδοτείται απ' τις κοινωνικές δυνάμεις που αντιστρατεύονται κάθε φορά την πορεία επέκτασης και βαθέματος των νέων κομμουνιστικών σχέσεων παραγωγής.

Κάθε πισωγύρισμα ισχυροποιεί αυτές τις δυνάμεις και το οπορτουνιστικό ρεύμα με διαβρωτικές συνέπειες τελικά στο ρόλο του Κόμματος και του κράτους της εργατικής εξουσίας. Γι' αυτό και έχει καθοριστική σημασία να εστιάσει κανείς στην πορεία εξάλειψης των εμπορευματοχρηματικών σχέσεων για την εκτίμηση της ιστορίας της ΕΣΣΔ.

Με βάση τα προαναφερόμενα κριτήρια, ο αγώνας που έδωσε η ηγεσία των μπολσεβίκων μέχρι το 1956 ήταν τιτάνιος και με σωστό προσανατολισμό. Εξουδετέρωσε τον κύριο εσωτερικό αντίπαλο των δύο πρώτων δεκαετιών, τον αστό της πόλης και του χωριού. Εστίασε σε αντιπαράθεση με το οπορτουνιστικό ρεύμα, στον κίνδυνο η μικρή εμπορευματική παραγωγή να οδηγήσει στην παλινόρθωση του καπιταλισμού. Κινητοποίησε το λαό και τα συνδικάτα απέναντι στην Ενωμένη Αντιπολίτευση, στη συνέχεια για τη σοσιαλιστική άμιλλα (σταχανοφικό κίνημα), για την αναδιοργάνωση της οικονομίας σε πολεμική βάση και για τη νίκη στο Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Εντόπισε έγκαιρα τους νέους κοινωνικούς αντιπάλους, το ρόλο των διευθυντικών στελεχών, το γραφειοκρατισμό, χωρίς να καταφέρει να τους αντιμετωπίσει πλήρως. Ανέδειξε τον κίνδυνο διάβρωσης μέρους της ίδιας της εργατικής τάξης και της αποδυνάμωσης του εργατικού ελέγχου.

Πάλευε με σημαντικά κενά στη θεωρητική επεξεργασία και με επιστημονικά δάνεια απ' τη μαρξιστική πολιτική οικονομία του καπιταλισμού για να λύσει δύσκολα νέα ζητήματα όπως: την εδραίωση των σχέσεων κατανομής, τον αποτελεσματικό τρόπο διεύθυνσης της παραγωγής στο πλαίσιο του κεντρικού σχεδιασμού κ.ά.

Ετσι, ενώ π.χ. η εργατική δύναμη δεν αποτελούσε πλέον εμπόρευμα και η ατομική εργασία είχε γίνει σε μεγάλο βαθμό άμεσα συστατικό μέρος της κοινωνικής εργασίας, δεν μπορούσε να ξεπεραστεί αποτελεσματικά στη θεωρία η προσέγγιση της αξιακής αποτίμησης του αποτελέσματος της εργασίας. Διατηρήθηκε σημαντική ψαλίδα μισθών μεταξύ διευθυντικής και εκτελεστικής εργασίας. Δεν περιορίστηκε η εμπορευματική παραγωγή και κυκλοφορία σύμφωνα με το νέο επίπεδο ανάπτυξης. Διατηρήθηκαν οι δυνατότητες υπεξαίρεσης μέρους του παραγόμενου κοινωνικού προϊόντος.

Πατώντας σε αυτό το έδαφος το οπορτουνιστικό ρεύμα κατάφερε να κυριαρχήσει μετά από σκληρή διαπάλη (διαγραφές, καθαιρέσεις κλπ.) την περίοδο '53-'57. Οι διαβρωτικές συνέπειες της κυριαρχίας της οπορτουνιστικής γραμμής άργησαν να γίνουν φανερές. Προτάσεις ενίσχυσης των δυνατοτήτων του κεντρικού σχεδιασμού όπως της αξιοποίησης κρατικού αυτοματοποιημένου συστήματος διεύθυνσης (του σ. Β. Γλούσκοφ) ενταφιάστηκαν με επιδεξιότητα. Αντίθετα, με την επίκληση υπαρκτών οικονομικών προβλημάτων, αποδυναμώθηκε σταδιακά ο κεντρικός σχεδιασμός σαν σχέση παραγωγής. Η σταδιακή αυτονόμηση των συνεταιρισμών απ' τον κεντρικό σχεδιασμό, η εισαγωγή του κέρδους σαν κριτηρίου αξιολόγησης των επιχειρήσεων, το σύστημα «ιδιοσυντήρησης των επιχειρήσεων», η αύξηση της ψαλίδας του μισθού μεταξύ διευθυντή και εργάτη, σηματοδότησαν την πορεία αποδυνάμωσης των κομμουνιστικών σχέσεων παραγωγής. Οι όποιες αναιμικές διορθωτικές προσπάθειες δεν μπόρεσαν να αναιρέσουν αυτή την πορεία και αυτό δεν είναι τυχαίο. Υπονομεύτηκε η ουσιαστική συμμετοχή των εργαζομένων στο σχεδιασμένο καθορισμό των αναγκών. Ετσι, άνοιξε ο δρόμος για την αντεπαναστατική ανατροπή της δεκαετίας του '80 με τη στήριξη του ιμπεριαλισμού. Ο συγκεκριμένος δρόμος φυσικά δεν αρχίζει αλλά τελειώνει με την επαναφορά των εκμεταλλευτικών σχέσεων παραγωγής. Ομως αλίμονο αν περιμένουμε να δούμε την επανεμφάνιση της αστικής τάξης στο προσκήνιο για να αντιληφθούμε την αποδυνάμωση του σοσιαλιστικού χαρακτήρα της εξουσίας και την ενίσχυση της δυνατότητας ανατροπής.

Το μάθημα της ανατροπής διδάσκει ότι δεν μπορεί να υπάρξει τελεσίδικη και διηνεκής διασφάλιση του επαναστατικού προσανατολισμού στο Κόμμα και στο εργατικό κίνημα. Η μάχη πρέπει να δίνεται κάθε μέρα. Ο ασφαλής δρόμος για τη νικηφόρα έκβασή της είναι η μελέτη της θετικής και αρνητικής πείρας του σοσιαλισμού που γνωρίσαμε. Μελέτη που δεν μπορεί να υποκατασταθεί απ' την άστοχη παράθεση τσιτάτων αποσυνδεδεμένων απ' τις συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες της αναφοράς τους. Ούτε με τη μηχανιστική μεταφορά στο σήμερα συγκεκριμένων λύσεων που αφορούσαν το συγκεκριμένο προπολεμικό επίπεδο ανάπτυξης της ΕΣΣΔ και την αναγόρευσή τους στη συνέχεια σε θέσεις με δήθεν καθολική ισχύ. Μελέτη που μας βοηθά επίσης να διακρίνουμε τα θεωρητικά κενά και λάθη του επαναστατικού ρεύματος απ' τη συνειδητή δράση των οπορτουνιστών σε κάθε φάση της πορείας του ΚΚΣΕ.

Η παραπέρα έρευνα για τη θωράκιση του κεντρικού σχεδιασμού από λάθη υποκειμενισμού καθώς και για βαθύτερη μελέτη της ιστορικής εξέλιξης της ταξικής διαστρωμάτωσης, της κοινωνικής βάσης του οπορτουνισμού, της ταξικής πάλης στην ΕΣΣΔ, της σχέσης βάσης - εποικοδομήματος, είναι αναγκαία και θα συνεχιστεί. Ομως δεν είναι όλα τα θέματα «ανοιχτά». Εχουμε βγάλει συμπεράσματα και βαδίζουμε αποφασιστικά στο σωστό δρόμο.

Μάκης Παπαδόπουλος
Υπεύθυνος Τμήματος Οικονομίας της ΚΕ

Ριζοσπάστης - 8 Φεβρουαρίου 2009