February 12, 2009

ΤΣΙΜΠΙΝΟΣ, ΔΗΜΗΤΡΗΣ - Ζητήματα των Θέσεων για το σοσιαλισμό

Δε θα αναπαραγάγω διατυπωμένα συμπεράσματα των Θέσεων, μιας και η συγκροτημένη δομή τους καθιστά άσκοπο κάτι τέτοιο. Θα σταθώ σε συγκεκριμένα σημεία που κατά τη γνώμη μου διαταράσσουν αυτή τη συγκρότηση.

Ενα ζήτημα είναι η βαρύτητα που αναγνωρίζεται σε συγκεκριμένους όρους και όχι στην έννοια που αποδιδόταν στον καθένα. Συγκεκριμένα, η «ειρηνική συνύπαρξη» του 19ου Συνεδρίου δε νομίζω ότι είναι ίδια με εκείνη που ακολούθησε. Ο όρος χρησιμοποιήθηκε πρωτύτερα από τον Λένιν, για να περιγράψει μια ειδική μορφή αναμέτρησης των δύο συστημάτων πέρα από την πολεμική σύρραξη. Μάλιστα, ξεκαθαριζόταν ότι ακόμα και αυτή η κατάσταση για να διατηρηθεί χρειάζεται ένταση της πάλης από την πλευρά του σοσιαλισμού σε όλα τα μέτωπα (εσωτερικά και εξωτερικά). Δεν προσέβλεπε σε ειρηνόφιλα και προοδευτικά κομμάτια της αστικής τάξης, αλλά στη δυναμική της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Παρόμοιες επιφυλάξεις διατηρώ για τη θέση που διατυπώνεται σχετικά με την ποικιλία των μορφών μετάβασης στο σοσιαλισμό, μία άποψη που αποδίδεται στο 20ό Συνέδριο, ενώ είναι γνωστό ότι αποτελεί λενινιστική θέση (άπαντα τόμος 11:«Το πέρασμα από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό δεν μπορεί φυσικά να μη δώσει μία τεράστια αφθονία και ποικιλία πολιτικών μορφών, η ουσία όμως θα είναι αναπόφευκτα μία: η δικτατορία του προλεταριάτου»), η οποία όμως διαστρεβλώθηκε. Ανοιξε ο δρόμος για την αμφισβήτηση της δικτατορίας του προλεταριάτου.

Αυτή τη διαστρέβλωση πρέπει να αναδείξουμε, όχι να ενοχοποιήσουμε μαρξιστικά τεκμηριωμένα συμπεράσματα.

Πέρα από τα παραπάνω, ο νόμος της αξίας είναι ένα θέμα στο οποίο δε δίνονται απαντήσεις με την απαραίτητη σαφήνεια. Συγκεκριμένα, στη σελίδα 8 στο σημείο 6 διαβάζουμε: «Ο καταμερισμός εργασίας δε γίνεται για την ανταλλαγή, δε γίνεται μέσω της αγοράς, τα προϊόντα της εργασίας που καταναλώνονται ατομικά δεν είναι εμπορεύματα». Ωστόσο, στις σελίδες 17 και 18 συναντάμε το απόσπασμα: «Το συνεπές ρεύμα της μαρξιστικής διανόησης και πολιτικής, υπό την ηγεσία του Στάλιν...Τα καταναλωτικά προϊόντα παράγονται και καταναλώνονται ως εμπορεύματα» (οικονομικά προβλήματα του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ). Και παρακάτω εντοπίζεται εμπορευματικός χαρακτήρας, αφού οι μεταρρυθμίσεις Κοσίγκιν τον «ενίσχυσαν σε βάρος του άμεσα κοινωνικού», όπως επίσης και στον εμπλουτισμό της προγραμματικής μας αντίληψης γίνεται λόγος για «εμπορευματική παραγωγή ορισμένων καταναλωτικών προϊόντων». Εδώ δε χρειάζεται απλά μια διευκρίνιση, αλλά μια σφαιρικά πιο τεκμηριωμένη απάντηση. Το επιχείρημα που αναιρεί τον εμπορευματικό χαρακτήρα της παραγωγής προϊόντων ατομικής κατανάλωσης («δε γίνεται για την ανταλλαγή») φαίνεται να μη λαμβάνει υπόψη του όχι μόνο το έβδομο τμήμα του τρίτου τόμου του «Κεφαλαίου», αλλά και τη σαφή διάκριση που γίνεται στο δεύτερο μέρος του πρώτου τόμου, όπου ξεκαθαρίζεται ότι ο τελικός σκοπός της εμπορευματικής κυκλοφορίας είναι «η κατανάλωση, η ικανοποίηση αναγκών, με δύο λόγια η αξία χρήσης», ενώ με την ανάπτυξη των καπιταλιστικών σχέσεων «η κυκλοφορία του χρήματος σαν κεφάλαιο αποτελεί αυτοσκοπό, γιατί η αξιοποίηση της αξίας υπάρχει μόνο μέσα στα πλαίσια αυτής της κίνησης που διαρκώς ανανεώνεται». Βλέπουμε ότι ο Μαρξ χαρακτηρίζει την οργάνωση της παραγωγής με βάση την αξία(και με σκοπό την ανταλλαγή) ως ιδιαίτερο γνώρισμα της καπιταλιστικής παραγωγής. Και όχι της εμπορευματικής γενικά και αόριστα. Οι αναφορές των Θέσεων στην Κριτική του Προγράμματος της Γκότα δεν περιλαμβάνουν το σημείο όπου ο Μαρξ μιλάει για τη διανομή μέσων κατανάλωσης στην πρώτη βαθμίδα του κομμουνισμού και την κυριαρχία σε αυτή «της ίδιας αρχής που ρυθμίζει την ανταλλαγή εμπορευμάτων, εφόσον είναι ανταλλαγή ίσων αξιών». Ο νόμος της αξίας συνίσταται στην ανταλλαγή του προϊόντος με βάση την εργασία που ενσωματώνει, όπως ακριβώς συμβαίνει με τα προϊόντα της σοσιαλιστικής παραγωγής που αποκτώνται με καταβολή αντιτίμου. Διαβάζουμε στη σελίδα 5: «Ανώριμος κομμουνισμός σημαίνει ότι δεν έχουν επικρατήσει πλήρως οι κομμουνιστικές σχέσεις στην παραγωγή». Επομένως, επιδρούν και κάποιες άλλες σχέσεις στον ανώριμο κομμουνισμό. Ασχετα με το αν σε αυτόν υπάρχουν μη κοινωνικοποιημένες μορφές ιδιοκτησίας. Και προφανώς αφού δεν είναι οι κομμουνιστικές, είναι κληροδότημα του παρελθόντος. Σε αντίθετη περίπτωση, η μη ανάπτυξη των κομμουνιστικών σχέσεων δε θα ενίσχυε τον κίνδυνο της επιστροφής στο παρελθόν, αλλά απλά θα προκαλούσε μία στασιμότητα. Προφανώς, μιλάμε για τους περιορισμούς του νόμου της αξίας. Για να περάσει ένας νόμος (μία αναγκαιότητα που επιδρά ανεξάρτητα από τη συνείδησή μας) στην ανυπαρξία πρέπει να εξαλειφθούν οι συνθήκες που τον δημιουργούν. Με τον εντοπισμό του πεδίου δράσης του μόνο στη συνεταιριστική παραγωγή (σελ. 17), οδηγούμαστε στο παράδοξο συμπέρασμα της σελίδας 20 ότι τη δεκαετία του '50 μπορούσαμε να μιλάμε για πλήρη επικράτηση των κομμουνιστικών σχέσεων, ενώ «το πέρασμα στην ανώτερη φάση του κομμουνισμού προϋποθέτει την παγκόσμια επικράτηση του σοσιαλισμού, ή τουλάχιστον, στις αναπτυγμένες και στις βαρύνουσες στο ιμπεριαλιστικό σύστημα καπιταλιστικές χώρες» (σελ. 37). Η μη επαρκής ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων αποτρέπει την κατανομή με βάση τις ανάγκες και συνεπάγεται το νόμο της αξίας, ο οποίος πρέπει να υπολογίζεται από το κράτος των εργατών για το ανέβασμα της παραγωγικότητας και του επιπέδου της ευημερίας (η διαφορά ανάμεσα στην πρώτη και τη δεύτερη βαθμίδα εντοπίζεται στη διανομή, αλλά δεν μπορεί παρά να ξεκινάει από την παραγωγή). Και όσο αυτό επιτυγχάνεται, η κατανομή με βάση την εργασία (η ουσία της «χρηματικής μορφής») εξαλείφεται και πλησιάζουμε την ανώτερη βαθμίδα. Εδώ συχνά γίνεται η παρεξήγηση, καθώς ταυτίζουμε τη χρήση ενός νόμου με τη διεύρυνση της σφαίρας δράσης του. Ειδικά στην περίπτωσή μας, μόνο με κεντρικό σχεδιασμό θα μπορούσε να γίνει αυτό, ενώ οι μεταρρυθμίσεις έκαναν το ακριβώς αντίθετο, δεν το χρησιμοποιούσαν, διεύρυναν τη δράση του, τον καθιστούσαν ανεξέλεγκτο και επιβαλλόμενο μέσα από συνεχείς και αυξανόμενες διακυμάνσεις, αφού αποδυνάμωναν τον κεντρικό σχεδιασμό και έδιναν ώθηση στην εμπορευματικότητα, ακόμα και των μέσων παραγωγής. Καταλήγω στο συμπέρασμα ότι ο εμπορευματικός χαρακτήρας της παραγωγής που διανέμεται με κριτήριο την εργασία πρέπει διαρκώς να αποδυναμώνεται, η τελική του εξάλειψη θα σηματοδοτήσει το πέρασμα στον ώριμο κομμουνισμό. Ετσι, ο νόμος της αξίας παίζει σημαντικό αλλά μειούμενο (αν το εργατικό κράτος ανταποκρίνεται στα καθήκοντα) ρόλο σε αυτόν τον τομέα. Επιδρά όμως και στην παραγωγή προϊόντων που διανέμονται με βάση τις ανάγκες, χωρίς να γίνεται ρυθμιστής, όπως υποστήριζαν οι αγοραίοι. Αυτό πρακτικά γίνεται αντιληπτό από την ανάγκη υπολογισμού της αξίας των προϊόντων ακόμα και αν δεν πωλούνται, και από την αναμφισβήτητη αλήθεια ότι οι τομείς αυτοί εξακολουθούν να υπόκεινται στους περιορισμούς των παραγωγικών δυνάμεων.

Η ίδια αντίφαση εστιαζόμενη στη διανομή διατυπώνεται με το εξής ερώτημα: Τη στιγμή που «η παραγωγικότητα της εργασίας δεν επιτρέπει ακόμα αποφασιστικά μεγάλη μείωση του εργάσιμου χρόνου, εξάλειψη των βαριών εργασιών και της εργασιακής μονομέρειας, ώστε να εξαλειφθεί η ανάγκη του κοινωνικού καταναγκασμού προς εργασία» πώς είναι δυνατός ο μη διαχωρισμός της εργασίας «σε σύνθετη ή απλή, χειρωνακτική ή όχι»; Αυτή η πολιτική αμοιβών χαρακτηρίζεται αριστερίζουσα ισοπέδωση από το γγ του ΚΚΣΕ, ο οποίος εισηγείται την εξάλειψή της, με παραπομπές στους κλασικούς (Ζητήματα Λενινισμού σελ. 453).

Η επενέργεια του νόμου της αξίας συνιστά την αιτία της διατήρησης του ίσου δικαίου, που «υπόκειται πάντα σε έναν αστικό περιορισμό. Το δίκαιο των παραγωγών είναι ανάλογο με την απόδοση της δουλειάς τους». «Σε μια ανώτερη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας, όταν θα έχει εξαφανιστεί η υποδουλωτική υποταγή των ατόμων στον καταμερισμό της εργασίας και μαζί της και η αντίθεση ανάμεσα στην πνευματική και τη σωματική δουλειά, όταν η εργασία θα έχει γίνει όχι μόνο μέσο για να ζεις, αλλά και η πρώτη ανάγκη της ζωής, όταν με την ολόπλευρη ανάπτυξη των ατόμων θα έχουν αναπτυχθεί και οι παραγωγικές δυνάμεις και θα αναβλύζουν πιο άφθονα όλες οι πηγές του κοινωνικού πλούτου, τότε μόνο θα ξεπεραστεί ολότελα ο στενός ορίζοντας του αστικού δικαίου και η κοινωνία θα γράψει στη σημαία της: Από τον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του!» (Κριτική του Προγράμματος της Γκότα σελ. 23).

Δημήτρης Τσιμπινός
ΚΟΒ ΑΣΟΕΕ

Ριζοσπάστης - 30 Δεκεμβρίου 2008