February 21, 2009

ΧΑΤΖΗΚΩΣΤΑΣ, ΑΛΕΚΟΣ - Επανάσταση και αντεπανάσταση στις σοσιαλιστικές χώρες

«...Για μια πραγματική αντεπανάσταση δεν αρκεί μόνο η επιθυμία της αστικής τάξης, αλλά και να κάνουν λάθη οι επαναστάτες...» (Λένιν).

Η ανάγκη γενίκευσης της πείρας από τις αντεπαναστατικές ανατροπές στις σοσιαλιστικές χώρες επιτάσσει τη βαθύτερη ενασχόλησή μας σε όλα τα επίπεδα με τη διαλεκτική σχέση επανάστασης - αντεπανάστασης και ιδιαίτερα με τις νομοτέλειες που διέπουν την αντεπανάσταση.

1. Αποδείχτηκε ιστορικά (και όχι μόνο στην περίοδο περάσματος από τον καπιταλισμό προς το σοσιαλισμό, αλλά και σε προγενέστερους κοινωνικοοικονομικούς σχηματισμούς) πως η αντεπανάσταση, όπως άλλωστε και η επανάσταση, διέπεται από ορισμένες νομοτέλειες. Εμφανίζεται μαζί με την επανάσταση, ως αντίθετη τάση - αντίδραση (για να χρησιμοποιήσουμε όρους της Φυσικής) της επανάστασης.

Ο ρόλος και ο χαρακτήρας της είναι διαφορετικός στις διάφορες ιστορικές εποχές. Πάντως η εμφάνιση και δράση της αποτελεί νομοτελειακό φαινόμενο για την περίοδο της διαμόρφωσης των νέων κοινωνικοοικονομικών σχηματισμών. Μάλιστα έχει αποδειχτεί πως όσο λιγότερο ανεπτυγμένη είναι η υλικοτεχνική παραγωγική βάση, και όσο λιγότερο αυτή αντιστοιχεί στις νέες παραγωγικές σχέσεις, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα παλινόρθωσης των παλαιών κοινωνικών μορφών.

Η αντεπανάσταση διακόπτει προσωρινά την κοινωνική εξέλιξη, δεν μπορεί όμως να τη σταματήσει.

Η αντεπανάσταση στις σοσιαλιστικές χώρες δεν ήταν «κεραυνός εν αιθρία», ούτε αποκλειστικό έργο μόνο του ιμπεριαλιστικού περίγυρου (που έπαιξε σημαντικό ρόλο), ούτε και μόνο οπορτουνιστικών ηγεσιών (που και αυτοί έπαιξαν το ρόλο τους).

Μετά την επανάσταση, η αντεπανάσταση δε σβήνει αλλά δίνει λυσσαλέα μάχη αξιοποιώντας ερείσματα, σε διεθνές και εθνικό επίπεδο από τις ηττημένες δυνάμεις, αξιοποιεί τη δυσαρέσκεια που προκαλούν οι δυσκολίες της αντιφατικής πορείας του νέου συστήματος, αξιοποιεί την όποια διάσταση μεταξύ των κοινωνικών προσδοκιών και νέας πραγματικότητας, καθώς και τις οικονομικές, στρατιωτικές, ιδεολογικές, πολιτικές και ψυχολογικές πιέσεις που ασκεί ο διεθνής περίγυρος ιδιαίτερα σε συνθήκες καπιταλιστικής περικύκλωσης.

Η αντεπανάσταση στις σοσιαλιστικές χώρες, σε ολόκληρη τη διαδρομή της, έδειξε πως επρόκειτο για μια αντιφατική διαδικασία που δεν προέκυψε αιφνιδιαστικά το 1985 με την Περεστρόικα, ούτε απλά το 1956 (το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ ήταν σημείο «ποιοτικής στροφής» - τομή στην πορεία της αντεπανάστασης), ούτε στη δεκαετία του 1920 (θάνατος Λένιν).

Ολη η ιστορία της οικοδόμησης της νέας κοινωνίας στην ΕΣΣΔ είναι μία περίοδος διαπάλης (με διάφορες μορφές αλλά πάντα με ένταση) μεταξύ επανάστασης και αντεπανάστασης. Στα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια η αντεπανάσταση παίρνει τη μορφή της ιμπεριαλιστικής επέμβασης και του εμφυλίου πολέμου εναντίον της σοβιετικής εξουσίας. Στη συνέχεια αυτή παίρνει τη μορφή της εκτεταμένης δολιοφθοράς και της συνωμοσίας, τη μορφή των ιδεολογικών και πολιτικών οπορτουνιστικών ρευμάτων, οι εκπρόσωποι των οποίων επιδιώκουν την επιβράδυνση των ρυθμών της επανάστασης, τη συντήρηση του καθεστώτος της μεταβατικής περιόδου (ΝΕΠ), ακόμη και την επάνοδο των κεφαλαιοκρατικών σχέσεων.

Κατά την περίοδο των δεκαετιών του '30 - '50 υπερτερούσε (και σωστά) η τάση κατάπνιξης της αντεπανάστασης (οι ιστορικές της ρίζες όμως εξακολουθούσαν να υπάρχουν). Λάθη, αδυναμίες ή και «υπερβολές» της περιόδου εκείνης αξιοποιούνται στη συνέχεια για τη μετάβαση σε αποκλίσεις αντίθετου, «δεξιού», χαρακτήρα, στο όνομα του «ξεπεράσματός» τους.

Ουσιαστικά δηλαδή οι άμεσες προϋποθέσεις κορύφωσης της αστικής αντεπανάστασης δημιουργούνται στη μεταπολεμική περίοδο, οπότε ανακύπτει η αναγκαιότητα μετάβασης σε ένα νέο στάδιο ανάπτυξης (πέρασμα από την εκτατική στην εντατική ανάπτυξη) της σοσιαλιστικής κοινωνίας. Σε αυτή την κρίσιμη καμπή η ηγεσία της χώρας άρχισε να αναζητά λύσεις για την περαιτέρω ανάπτυξη όχι μέσα από τη μελέτη των εσωτερικών νόμων οικοδόμησης της νέας κοινωνίας, αλλά στην αστική πολιτική οικονομία. Το γεγονός αυτής της στροφής της πολιτικής ηγεσίας στην αστική πολιτική οικονομία, που εκδηλώθηκε με μια σειρά «μεταρρυθμίσεις» της οικονομίας της ΕΣΣΔ (κυριότερες του 1957 και 1965) αλλά και στο πολιτικό εποικοδόμημα, σηματοδοτεί την ενίσχυση των αστικών και μικροαστικών τάσεων συνολικά στη χώρα. Η κομμουνιστική προοπτική υπήρχε πλέον μόνο στις διακηρύξεις των κομματικών ντοκουμέντων, ενώ η κοινωνία κινείται (με αντιφάσεις και αντιστάσεις) προς άλλη κατεύθυνση...

(Να υπογραμμίσουμε εδώ πως πέρα από το σωστό ξεκαθάρισμα της σχέσης σοσιαλισμού - κομμουνισμού, θα πρέπει ταυτόχρονα να τονίσουμε πως η κομμουνιστική κοινωνία είναι το πέρασμα «στην πραγματική ιστορία της ανθρωπότητας» και από αυτή την άποψη αποτελεί όχι μόνο «διαλεκτική άρνηση» του καπιταλισμού, αλλά και ολόκληρης της μέχρι τώρα ανθρώπινης ιστορίας).

Η ανάπτυξη των εμπορευματοχρηματικών σχέσεων ενίσχυσε σε πλατιά κλίμακα την εξάπλωση της «σκιώδους οικονομίας», του παράνομου ιδιωτικού πλουτισμού (με τη διάβρωση και του διοικητικού κομματικού μηχανισμού), συγκρότησε, πλέον, τις κοινωνικές δυνάμεις που επεδίωκαν συνειδητά την αντεπανάσταση. Οι εξελίξεις αυτές προκαλούσαν ανάλογη διάβρωση στις λαϊκές συνειδήσεις (κυρίως στη σχέση μεταξύ ατομικού - συλλογικού, πολιτική «απάθεια» κ.ά.).

Η «σκιώδης οικονομία» ανταποκρινόμενη και σε πραγματικές ανάγκες, τις οποίες η νόμιμη οικονομία αδυνατούσε να ικανοποιήσει, λειτουργούσε παρασιτικά στον «κορμό» της νέας κοινωνίας, χωρίς ωστόσο να είναι ικανή να υποσκελίσει τις κυρίαρχες σοσιαλιστικές αρχές παραγωγής, κάτι που προϋπέθετε απαραίτητα το τσάκισμα του σοσιαλιστικού κράτους και τη δρομολόγηση καπιταλιστικής παλινόρθωσης με την εγκαθίδρυση αστικού καθεστώτος.

Σε τελευταία ανάλυση, οι ανατροπές προκλήθηκαν από τη δράση κοινωνικών δυνάμεων, δημιουργημένων από τις εσωτερικές αντιθέσεις του συστήματος, σε ιστορικές συνθήκες, όπου η πολιτική κομματική ηγεσία είχε απολέσει (λόγω ιδεολογικής ανεπάρκειας και οπορτουνισμού) την κομμουνιστική προοπτική και, συνεπώς, αδυνατούσε να δρομολογήσει την επίλυση αυτών των αντιθέσεων σε κομμουνιστική κατεύθυνση.

2. Χρειάζεται να βαθύνουμε περισσότερο στα ζητήματα αυτοκριτικής μας. Οχι για να κάνουμε «χαρακίρι», ούτε και για να ζητήσουμε «άφεση αμαρτιών» από τους ταξικούς μας αντιπάλους. Αλλά για να μπορέσουμε να βγάλουμε ουσιαστικά συμπεράσματα και να αποδώσουμε σωστά την πραγματικότητα.

Η παραδοχή του αρνητικού ρόλου του 20ού Συνεδρίου του ΚΚΣΕ θα πρέπει να συνδέεται ταυτόχρονα με την παραδοχή ότι μετά από αυτό είχαμε κύμα πολύμορφων επεμβάσεων ενάντια σε ηγεσίες κομμάτων που αντιδρούσαν με τη δεξιά αυτή στροφή.

Το ΚΚΕ δέχτηκε, μέσω της «6ης Πλατιάς Ολομέλειας», την αντικομματική - αντιδιεθνιστική, πέρα από κάθε αρχή, επέμβαση της ηγεσίας της ΕΣΣΔ (και των άλλων κομμάτων των σοσιαλιστικών χωρών), γεγονός που συνέβαλε καθοριστικά στο επόμενο διάστημα, στην άκριτη ουσιαστικά αποδοχή κάθε απόφασης, ενέργειας ή θεωρητικού κατασκευάσματος που προερχόταν από αυτήν.

Τα επιχειρήματα της «θεωρητικής ανεπάρκειας», της «εξιδανίκευσης» δεν είναι αρκετά. Και αυτό γιατί εκείνη την περίοδο υπήρχαν και διαφορετικές «φωνές» στα όσα συνέβαιναν. Να μην ξεχνάμε τη δριμύτατη κριτική που άσκησαν κομμουνιστικά κόμματα στο 20ό Συνέδριο και μετά (π.χ. Κίνας, Αλβανίας, γραπτά του Τσε κ.ά.). Μέλη του Κόμματός μας (μαζί και ο ΓΓ Νίκος Ζαχαριάδης) διαγράφτηκαν γιατί αρνήθηκαν να συνταχτούν με το 20ό Συνέδριο και την «6η Ολομέλεια». Οι φωνές αυτές και οι αντιδράσεις (ανεξάρτητα από την κατοπινή πορεία τους) χαρακτηρίστηκαν τότε συλλήβδην «αντικομματικές», «αντισοβιετικές».

Ως Κόμμα, λαθεμένα, επικροτήσαμε την ακολουθούμενη πορεία της ΕΣΣΔ, μέχρι τέλους. Και αν σήμερα, και σωστά, «αποκαθιστούμε» ιδεολογικά χρονικές περιόδους (π.χ. '30 - '50) εύκολα θα μπορούσε να αναρωτηθεί κανείς γιατί δεν έγινε κάτι τέτοιο τα προηγούμενα χρόνια, πριν τις ανατροπές. Γιατί, για παράδειγμα, χρειάστηκαν 50 χρόνια για να επανεκδώσουμε τα «Απαντα Στάλιν» ή τα «Οικονομικά προβλήματα του Σοσιαλισμού» αναγνωρίζοντας τη σημασία τους;

Και κάτι ακόμη: Συχνά κάνουμε λόγο για το «σοσιαλισμό που γνωρίσαμε». Πρόκειται για λαθεμένη έκφραση - αντίληψη. Γιατί «άλλον» σοσιαλισμό γνωρίσαμε τις δεκαετίες του '30 και «άλλον», π.χ., του '80. Η πορεία ούτε ευθύγραμμη ήταν, ούτε προς τον ίδιο στόχο (κομμουνιστική κοινωνία) σε κάθε περίοδο...

Η πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, οι επιτυχίες, οι αποτυχίες, η ήττα, μας επιτρέπουν να αποκτήσουμε σήμερα βαθύτερη κατανόηση του τι πρόκειται να συναντήσει η ανθρωπότητα στο μακρύ και δύσκολο δρόμο προς τον κομμουνισμό απαιτώντας από εμάς πρώτιστα την παραπέρα ανάπτυξη της Μ-Λ κοσμοθεωρίας μας. Και αυτό γιατί αποδείχτηκε πως χωρίς πραγματικά κομμουνιστική στρατηγική δεν μπορεί να υπάρξει πραγματική επαναστατική πρωτοπορία και άρα πορεία προς τον κομμουνισμό.

Αλέκος Χατζηκώστας
ΚΟΒ ΠΑΣΑ - ΚΙΟΣΚΙ, Βέροια

Ριζοσπάστης - 15 Ιανουαρίου 2009