Showing posts with label ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ ΑΘΗΝΑ. Show all posts
Showing posts with label ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ ΑΘΗΝΑ. Show all posts

March 5, 2009

ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ, ΑΘΗΝΑ - Για το δεύτερο θέμα

Ο βασικός λόγος για τον οποίο πρέπει να αναζητηθούν οι αιτίες της καπιταλιστικής παλινόρθωσης στις χώρες του πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού, είναι η αποφυγή επανάληψης της αρνητικής εμπειρίας κατά την επόμενη προσπάθεια οικοδόμησης της σοσιαλιστικής κοινωνίας.

Συνεπώς, δεν αρκεί η καταγραφή λαθών και προσεγγίσεων, αλλά χρειάζεται η απάντηση στο «γιατί» συνέβησαν αυτά και ποια είναι η ασφαλιστική δικλείδα για να μην επαναληφθούν.

Ουσιαστικά πρέπει να απαντηθεί το πώς είναι δυνατόν, σε οποιοδήποτε κοινωνικοοικονομικό σχηματισμό, η τάξη που, θεωρητικά, κατέχει την εξουσία να «επιτρέπει» την τροποποίηση των κοινωνικοοικονομικών δομών έτσι ώστε να οδηγείται, εν κατακλείδι, στην απώλεια της εξουσίας που κατέχει. Και μόνο με πυξίδα το απλό ταξικό ένστικτο, ποτέ οι κατέχουσες την εξουσία τάξεις, σε όλη τη διαχρονική ιστορία της ανθρωπότητας, δεν επέτρεψαν να συμβεί κάτι τέτοιο. Ακόμα και όταν επρόκειτο για πισωγυρίσματα και παλινορθώσεις, το πέρασμα από το ένα κοινωνικοοικονομικό σύστημα στο άλλο έγινε μέσα από σκληρές συγκρούσεις και όχι διά της «διολισθήσεως». Πολύ περισσότερο που η, θεωρητικά, κατέχουσα την εξουσία εργατική τάξη, στην ΕΣΣΔ, ήταν εξοπλισμένη με τη θεωρία του επιστημονικού σοσιαλισμού και τις μελέτες των κλασικών.

Από την άλλη, έτσι ή αλλιώς, σε μία ταξική κοινωνία, ανεξάρτητα αν οι τάξεις που την απαρτίζουν είναι μεταξύ τους «φιλικές», αντικειμενικά, κάθε μέτρο που παίρνεται έχει ταξικό χαρακτήρα και συνεπώς κάποια τάξη εξυπηρετεί και κάποια όχι. Κρίνοντας εκ του αποτελέσματος, τα μέτρα που παίρνονταν μόνο την εργατική τάξη δεν εξυπηρετούσαν, αναφορικά πάντα με την κατοχή της εξουσίας από την πλευρά της.

Με βάση τα παραπάνω, θεωρώ ότι προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι στην ΕΣΣΔ η εργατική τάξη δεν κατείχε την εξουσία. Αυτόματα προκύπτει το ερώτημα του ποιος ήταν τελικά ο κάτοχος της εξουσίας και βέβαια αν κάτι τέτοιο ίσχυε εξ αρχής ή αν άλλαξε στην πορεία.

Θεωρώ ότι η προσέγγιση πως την εξουσία κατείχε το ΚΚΣΕ στο όνομα της εργατικής τάξης δεν έχει βάση. Τα κόμματα ασκούν εξουσία, εκφράζοντας κάθε φορά τα συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης, αλλά δεν κατέχουν τα ίδια την εξουσία. Η εξουσία πάντα κατέχεται από την τάξη που ελέγχει τα μέσα παραγωγής και κατ' επέκταση μπορεί να ιδιοποιηθεί το κοινωνικό προϊόν.

Σύμφωνα με τη λενινιστική προσέγγιση «Τάξεις ονομάζονται μεγάλες ομάδες ανθρώπων που ξεχωρίζουν μεταξύ τους από τη θέση που κατέχουν μέσα σε ένα ιστορικά καθορισμένο σύστημα της κοινωνικής παραγωγής, από τη σχέση τους (στο μεγαλύτερο μέρος κατοχυρωμένη και διατυπωμένη σε νόμους) προς τα μέσα παραγωγής, από το ρόλο τους στην κοινωνική οργάνωση της εργασίας και συνεπώς από τους τρόπους που ιδιοποιούνται τη μερίδα του κοινωνικού πλούτου που διαθέτουν και από το μέγεθος αυτής της μερίδας. Τάξεις είναι οι ομάδες εκείνες ανθρώπων, που η μια μπορεί να ιδιοποιείται τη δουλειά της άλλης χάρη στη διαφορά της θέσης που κατέχει μέσα σε ένα καθορισμένο σύστημα της κοινωνικής οικονομίας». (Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», τ. 39, σελ. 15).

Σύμφωνα με τους Σοβιετικούς θεωρητικούς, στη Σοβιετική Ενωση υπήρχαν τρεις, φιλικά συνεργαζόμενες μεταξύ τους, τάξεις: οι εργάτες, οι κολχόζνικοι αγρότες και η διανόηση. Ο ρόλος της κάθε μιας τάξης στην παραγωγή ήταν συγκεκριμένος, με τους διευθυντές των επιχειρήσεων να προέρχονται κατά κύριο λόγο από την τάξη της διανόησης. Θεωρητικά, η πολιτική εξουσία ήταν στα χέρια της εργατικής τάξης και των συμμάχων της και αυτό υποτίθεται πως τεκμηριώνεται από το ότι τα μέσα παραγωγής ήταν κοινωνικοποιημένα.

Ωστόσο, με βάση τη λενινιστική προσέγγιση που αναφέρθηκε παραπάνω, για να φτάσουμε στο ποια τάξη κατείχε την εξουσία, δεν αρκεί να δούμε μόνο το ιδιοκτησιακό καθεστώς που ίσχυε για τα μέσα παραγωγής, αλλά και τη «σχέση» κάθε τάξης με αυτά, αναφορικά και με τον τρόπο ιδιοποίησης του κοινωνικού πλούτου.

Από το κείμενο των Θέσεων της ΚΕ για το Σοσιαλισμό, και συγκεκριμένα από τις Θέσεις 18, 19 και 20 γίνεται σαφές ότι υπήρχε «προνομιακή» σχέση των κολχόζνικων αγροτών και των διευθυντικών στελεχών (δηλ. του μεγάλου τμήματος της διανόησης) με τα μέσα παραγωγής και το παραγόμενο κοινωνικό προϊόν. Η προνομιακή αυτή σχέση είχε να κάνει με ζητήματα που άπτονταν στη διεύθυνση των επιχειρήσεων και στην απόσπαση των σοσιαλιστικών μονάδων από τον κεντρικό σχεδιασμό, στην ιδιοποίηση του παραγόμενου προϊόντος από τους κολχόζνικους οι οποίοι έφτασαν να κατέχουν και ως ιδιοκτήτες μέσα παραγωγής (τρακτέρ), στις οικονομικές απολαβές των διευθυντών και στην έντονη διαφοροποίηση αυτών από τις οικονομικές απολαβές των εργατών, στα πριμ, στην παράνομη συσσώρευση πλούτου κλπ. Φυσικά, όλα τα παραπάνω, όχι μόνο δεν αφορούσαν την εργατική τάξη, αλλά σαφώς στρέφονταν εναντίον της.

Αλλωστε στη Θέση 17 ξεκαθαρίζεται ότι η λειτουργία του νόμου της αξίας (εμπορευματοχρηματικές σχέσεις) στην ΕΣΣΔ είχε τη ρίζα της στη συνεταιριστική και ατομική αγροτική παραγωγή, ενώ στη Θέση 19 παρουσιάζεται η «διείσδυση» αυτού και στη βιομηχανία, όπου οι διευθυντές των επιχειρήσεων λειτουργούσαν πια σαν ιδιοκτήτες αυτών.

Αυτό που δεν αναφέρεται στις Θέσεις είναι ότι, μετά την επανάσταση του Οκτώβρη, τα μέσα παραγωγής διευθύνονταν από συλλογικά, εκλεγμένα από τους εργάτες, όργανα και κάθε στιγμή ανακλητά. Λόγω όμως των τεράστιων δυσκολιών, εξαιτίας του εμφυλίου πολέμου, ήδη, από το 1918, και από τον ίδιο τον Λένιν, οι εκλεγμένες διοικήσεις εγκαταλείφθηκαν, και τη θέση τους πήραν μονοπρόσωπες διοικήσεις, οι οποίες δεν εκλέγονταν, αλλά διορίζονταν. Ο Λένιν βέβαια παραδέχτηκε ανοιχτά ότι το συγκεκριμένο μέτρο ήταν σαφής υποχώρηση, δεν αποτελούσε εφαρμογή του μαρξισμού και δεν είχε καμία σχέση με τις αρχές της Κομμούνας, αλλά ήταν αναγκαία ταχτική για να μπορέσουν να λειτουργήσουν οι επιχειρήσεις και να αντιμετωπιστεί η κατάσταση. Το μεγάλο πρόβλημα όμως είναι ότι το συγκεκριμένο μέτρο παρέμεινε ως τέτοιο καθ' όλη τη διάρκεια ζωής της ΕΣΣΔ, με τις εξουσίες των διευθυντών σταθερά να διευρύνονται. Φυσικά, οι διευθυντές ήταν «ειδικοί» και άρα προερχόμενοι από την τάξη της διανόησης.

Με βάση τα παραπάνω, θεωρώ πως το μεγάλο πρόβλημα που υπήρχε, από τη γέννηση του σοσιαλιστικού κράτους, ήταν ότι η συμμαχία των τριών τάξεων ήταν ετεροβαρής, σε βάρος της εργατικής τάξης, ενώ με την πάροδο του χρόνου η συμμετοχή της εργατικής τάξης στην πολιτική εξουσία σταθερά απομειωνόταν για να φτάσει κάποια στιγμή να μην υφίσταται καθόλου.

Μια τέτοια θεώρηση εξηγεί και το γιατί η εργατική τάξη δεν υπερασπίστηκε την εξουσία που θεωρητικά έχανε κατά τη φάση της καπιταλιστικής παλινόρθωσης. Απλά δεν έχανε τίποτα για να το υπερασπιστεί. Ακόμα, έτσι εξηγείται η σταθερά απομειούμενη συμμετοχή της εργατικής τάξης στον εργατικό έλεγχο και στην οργάνωση της εργασίας, με τις αντίστοιχες βέβαια συνέπειες στη διαμόρφωση της κοινωνικής συνείδησης.

Αναφορικά με το ζήτημα της δεξιάς οπορτουνιστικής διολίσθησης του ΚΚΣΕ, νομίζω ότι το καθοριστικό σημείο ήταν η ταύτιση του κόμματος με το κράτος. Δεδομένου ότι η πολιτική εξουσία ανήκε κατά πρώτο λόγο στους «συμμάχους» και κατά τελευταίο λόγο στην εργατική τάξη, το κράτος λειτουργούσε βασικά για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων των «συμμάχων». Η ταύτιση κόμματος - κράτους οδήγησε το ΚΚΣΕ σταδιακά να χάσει τα ταξικά χαρακτηριστικά του, ακριβώς γιατί προσπάθησε να εκφράσει κατά πρώτο λόγο τα συμφέροντα τόσο των κολχόζνικων όσο και των διανοουμένων, οι οποίοι, αμφότεροι, θεωρώ ότι αποτέλεσαν την κοινωνική ρίζα του οπορτουνισμού στην ΕΣΣΔ. Γιατί, βέβαια, ο οπορτουνισμός δεν είναι «αυτοφυές ιδίωμα», χρειάζεται κοινωνική βάση για να αναπτυχθεί.

Τελειώνοντας, θέλω να σημειώσω ότι σίγουρα ο σοσιαλισμός που γνωρίσαμε δεν ήταν ο σοσιαλισμός που οραματίστηκαν οι κλασικοί, ούτε ο σοσιαλισμός που ονειρευτήκαμε εμείς.

Ωστόσο, πιστεύω ότι η μεγαλύτερη προσφορά της ύπαρξής του είναι το ότι εξόπλισε το παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα με μεγάλη πείρα, η οποία αν και αρνητική στη γέννησή της, μπορεί να μετεξελιχθεί σε θετική αν σωστά μελετηθεί και αξιοποιηθεί κατά την επόμενη έφοδο στον ουρανό.

Αθηνά Χατζοπούλου

Ριζοσπάστης - 10 Φεβρουαρίου 2009

March 2, 2009

ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ, ΑΘΗΝΑ - Για το δεύτερο θέμα

Ο βασικός λόγος για τον οποίο πρέπει να αναζητηθούν οι αιτίες της καπιταλιστικής παλινόρθωσης στις χώρες του πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού, είναι η αποφυγή επανάληψης της αρνητικής εμπειρίας κατά την επόμενη προσπάθεια οικοδόμησης της σοσιαλιστικής κοινωνίας.

Συνεπώς, δεν αρκεί η καταγραφή λαθών και προσεγγίσεων, αλλά χρειάζεται η απάντηση στο «γιατί» συνέβησαν αυτά, και ποια είναι η ασφαλιστική δικλείδα για να μην επαναληφθούν.

Ουσιαστικά πρέπει να απαντηθεί το πώς είναι δυνατόν, σε οποιοδήποτε κοινωνικοοικονομικό σχηματισμό, η τάξη που, θεωρητικά, κατέχει την εξουσία να «επιτρέπει» την τροποποίηση των κοινωνικοοικονομικών δομών έτσι ώστε να οδηγείται, εν κατακλείδι, στην απώλεια της εξουσίας που κατέχει. Και μόνο με πυξίδα το απλό ταξικό ένστικτο, ποτέ οι κατέχουσες την εξουσία τάξεις, σε όλη τη διαχρονική ιστορία της ανθρωπότητας, δεν επέτρεψαν να συμβεί κάτι τέτοιο. Ακόμα και όταν επρόκειτο για πισωγυρίσματα και παλινορθώσεις, το πέρασμα από το ένα κοινωνικοοικονομικό σύστημα στο άλλο έγινε μέσα από σκληρές συγκρούσεις και όχι διά της «διολισθήσεως». Πολύ περισσότερο που η, θεωρητικά, κατέχουσα την εξουσία εργατική τάξη, στην ΕΣΣΔ, ήταν εξοπλισμένη με τη θεωρία του επιστημονικού σοσιαλισμού και τις μελέτες των κλασικών.

Από την άλλη, έτσι ή αλλιώς, σε μια ταξική κοινωνία, ανεξάρτητα αν οι τάξεις που την απαρτίζουν είναι μεταξύ τους «φιλικές», αντικειμενικά, κάθε μέτρο που παίρνεται έχει ταξικό χαρακτήρα, και συνεπώς κάποια τάξη εξυπηρετεί και κάποια όχι. Κρίνοντας εκ του αποτελέσματος, τα μέτρα που παίρνονταν, μόνο την εργατική τάξη δεν εξυπηρετούσαν, αναφορικά πάντα με την κατοχή της εξουσίας από την πλευρά της.

Με βάση τα παραπάνω, θεωρώ ότι προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι στην ΕΣΣΔ η εργατική τάξη δεν κατείχε την εξουσία. Αυτόματα προκύπτει το ερώτημα του ποιος ήταν τελικά ο κάτοχος της εξουσίας, και βέβαια αν κάτι τέτοιο ίσχυε εξ αρχής ή αν άλλαξε στην πορεία.

Θεωρώ ότι η προσέγγιση πως την εξουσία κατείχε το ΚΚΣΕ στο όνομα της εργατικής τάξης δεν έχει βάση. Τα κόμματα ασκούν εξουσία, εκφράζοντας κάθε φορά τα συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης, αλλά δεν κατέχουν τα ίδια την εξουσία. Η εξουσία πάντα κατέχεται από την τάξη που ελέγχει τα μέσα παραγωγής και κατ' επέκταση μπορεί να ιδιοποιηθεί το κοινωνικό προϊόν.

Σύμφωνα με τη λενινιστική προσέγγιση «Τάξεις ονομάζονται μεγάλες ομάδες ανθρώπων που ξεχωρίζουν μεταξύ τους από τη θέση που κατέχουν μέσα σε ένα ιστορικά καθορισμένο σύστημα της κοινωνικής παραγωγής, από τη σχέση τους (στο μεγαλύτερο μέρος κατοχυρωμένη και διατυπωμένη σε νόμους) προς τα μέσα παραγωγής, από το ρόλο τους στην κοινωνική οργάνωση της εργασίας και συνεπώς από τους τρόπους που ιδιοποιούνται τη μερίδα του κοινωνικού πλούτου που διαθέτουν και από το μέγεθος αυτής της μερίδας. Τάξεις είναι οι ομάδες εκείνες ανθρώπων, που η μια μπορεί να ιδιοποιείται τη δουλειά της άλλης χάρη στη διαφορά της θέσης που κατέχει μέσα σε ένα καθορισμένο σύστημα της κοινωνικής οικονομίας» (Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», τ. 39, σελ. 15).

Σύμφωνα με τους Σοβιετικούς θεωρητικούς, στη Σοβιετική Ενωση υπήρχαν τρεις, φιλικά συνεργαζόμενες μεταξύ τους, τάξεις: οι εργάτες, οι κολχόζνικοι αγρότες και η διανόηση. Ο ρόλος της κάθε μιας τάξης στην παραγωγή ήταν συγκεκριμένος, με τους διευθυντές των επιχειρήσεων να προέρχονται κατά κύριο λόγο από την τάξη της διανόησης. Θεωρητικά, η πολιτική εξουσία ήταν στα χέρια της εργατικής τάξης και των συμμάχων της, και αυτό υποτίθεται πως τεκμηριώνεται από το ότι τα μέσα παραγωγής ήταν κοινωνικοποιημένα.

Ωστόσο, με βάση τη λενινιστική προσέγγιση που αναφέρθηκε παραπάνω, για να φτάσουμε στο ποια τάξη κατείχε την εξουσία, δεν αρκεί να δούμε μόνο το ιδιοκτησιακό καθεστώς που ίσχυε για τα μέσα παραγωγής, αλλά και τη «σχέση» κάθε τάξης με αυτά, αναφορικά και με τον τρόπο ιδιοποίησης του κοινωνικού πλούτου.

Από το κείμενο των Θέσεων της ΚΕ για το Σοσιαλισμό, και συγκεκριμένα από τις Θέσεις 18, 19, και 20 γίνεται σαφές ότι υπήρχε «προνομιακή» σχέση των κολχόζνικων αγροτών και των διευθυντικών στελεχών (δηλ. του μεγάλου τμήματος της διανόησης) με τα μέσα παραγωγής και το παραγόμενο κοινωνικό προϊόν. Η προνομιακή αυτή σχέση είχε να κάνει με ζητήματα που άπτονταν στη διεύθυνση των επιχειρήσεων και στην απόσπαση των σοσιαλιστικών μονάδων από τον κεντρικό σχεδιασμό, στην ιδιοποίηση του παραγόμενου προϊόντος από τους κολχόζνικους, οι οποίοι έφτασαν να κατέχουν και ως ιδιοκτήτες μέσα παραγωγής (τρακτέρ), στις οικονομικές απολαβές των διευθυντών και στην έντονη διαφοροποίηση αυτών από τις οικονομικές απολαβές των εργατών, στα πριμ, στην παράνομη συσσώρευση πλούτου κλπ. Φυσικά, όλα τα παραπάνω, όχι μόνο δεν αφορούσαν την εργατική τάξη, αλλά σαφώς στρέφονταν εναντίον της.

Αλλωστε στη Θέση 17 ξεκαθαρίζεται ότι η λειτουργία του νόμου της αξίας (εμπορευματοχρηματικές σχέσεις) στην ΕΣΣΔ είχε τη ρίζα της στη συνεταιριστική και ατομική αγροτική παραγωγή, ενώ στη Θέση 19 παρουσιάζεται η «διείσδυση» αυτού και στη βιομηχανία, όπου οι διευθυντές των επιχειρήσεων λειτουργούσαν πια σαν ιδιοκτήτες αυτών.

Αυτό που δεν αναφέρεται στις Θέσεις είναι ότι, μετά την Επανάσταση του Οκτώβρη, τα μέσα παραγωγής διευθύνονταν από συλλογικά, εκλεγμένα από τους εργάτες, όργανα και κάθε στιγμή ανακλητά. Λόγω όμως των τεράστιων δυσκολιών, εξαιτίας του εμφυλίου πολέμου, ήδη, από το 1918, και από τον ίδιο τον Λένιν, οι εκλεγμένες διοικήσεις εγκαταλείφθηκαν, και τη θέση τους πήραν μονοπρόσωπες διοικήσεις, οι οποίες δεν εκλέγονταν, αλλά διορίζονταν. Ο Λένιν βέβαια παραδέχτηκε ανοιχτά ότι το συγκεκριμένο μέτρο ήταν σαφής υποχώρηση, δεν αποτελούσε εφαρμογή του μαρξισμού και δεν είχε καμία σχέση με τις αρχές της Κομμούνας, αλλά ήταν αναγκαία ταχτική για να μπορέσουν να λειτουργήσουν οι επιχειρήσεις και να αντιμετωπιστεί η κατάσταση. Το μεγάλο πρόβλημα όμως είναι ότι το συγκεκριμένο μέτρο παρέμεινε ως τέτοιο καθ' όλη τη διάρκεια ζωής της ΕΣΣΔ, με τις εξουσίες των διευθυντών σταθερά να διευρύνονται. Φυσικά, οι διευθυντές ήταν «ειδικοί» και άρα προερχόμενοι από την τάξη της διανόησης.

Με βάση τα παραπάνω, θεωρώ πως το μεγάλο πρόβλημα που υπήρχε, από τη γέννηση του σοσιαλιστικού κράτους, ήταν ότι η συμμαχία των τριών τάξεων ήταν ετεροβαρής, σε βάρος της εργατικής τάξης, ενώ με την πάροδο του χρόνου η συμμετοχή της εργατικής τάξης στην πολιτική εξουσία σταθερά απομειωνόταν για να φτάσει κάποια στιγμή να μην υφίσταται καθόλου.

Μια τέτοια θεώρηση εξηγεί και το γιατί η εργατική τάξη δεν υπερασπίστηκε την εξουσία που θεωρητικά έχανε κατά τη φάση της καπιταλιστικής παλινόρθωσης. Απλά δεν έχανε τίποτα για να το υπερασπιστεί. Ακόμα, έτσι εξηγείται η σταθερά απομειούμενη συμμετοχή της εργατικής τάξης, στον εργατικό έλεγχο και στην οργάνωση της εργασίας, με τις αντίστοιχες βέβαια συνέπειες στη διαμόρφωση της κοινωνικής συνείδησης.

Αναφορικά με το ζήτημα της δεξιάς οπορτουνιστικής διολίσθησης του ΚΚΣΕ, νομίζω ότι το καθοριστικό σημείο ήταν η ταύτιση του Κόμματος με το κράτος. Δεδομένου ότι η πολιτική εξουσία ανήκε κατά πρώτο λόγο στους «συμμάχους» και κατά τελευταίο λόγο στην εργατική τάξη, το κράτος λειτουργούσε βασικά για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων των «συμμάχων». Η ταύτιση Κόμματος - κράτους οδήγησε το ΚΚΣΕ σταδιακά να χάσει τα ταξικά χαρακτηριστικά του, ακριβώς γιατί προσπάθησε να εκφράσει κατά πρώτο λόγο τα συμφέροντα τόσο των κολχόζνικων όσο και των διανοουμένων, οι οποίοι, αμφότεροι, θεωρώ ότι αποτέλεσαν την κοινωνική ρίζα του οπορτουνισμού στην ΕΣΣΔ. Γιατί, βέβαια, ο οπορτουνισμός δεν είναι «αυτοφυές ιδίωμα», χρειάζεται κοινωνική βάση για να αναπτυχθεί.

Τελειώνοντας, θέλω να σημειώσω ότι σίγουρα ο σοσιαλισμός που γνωρίσαμε δεν ήταν ο σοσιαλισμός που οραματίστηκαν οι κλασικοί, ούτε ο σοσιαλισμός που ονειρευτήκαμε εμείς.

Ωστόσο, πιστεύω ότι η μεγαλύτερη προσφορά της ύπαρξής του είναι το ότι εξόπλισε το παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα με μεγάλη πείρα, η οποία αν και αρνητική στη γέννησή της, μπορεί να μετεξελιχθεί σε θετική αν σωστά μελετηθεί και αξιοποιηθεί κατά την επόμενη έφοδο στον ουρανό.

Αθηνά Χατζοπούλου
Θεσσαλονίκη

Ριζοσπάστης - 7 Φεβρουαρίου 2009

February 28, 2009

ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ, ΑΘΗΝΑ - Για τη συγκρότηση του Αντιιμπεριαλιστικού - Αντιμονοπωλιακού Μετώπου

Απαραίτητη προϋπόθεση για την προώθηση της πρότασης εξουσίας του Κόμματος είναι η συγκρότηση του Αντιιμπεριαλιστικού - Αντιμονοπωλιακού Μετώπου στις σημερινές συνθήκες.

Στην ουσία, η συγκεκριμένη προσπάθεια έχει να κάνει με το εύρος, το περιεχόμενο, και την ενιαιοποίηση των αγώνων των διαφόρων τμημάτων των εργαζομένων, με στόχο τη συμμαχία της εργατικής τάξης, των μικρών αυτοαπασχολούμενων, της μικρομεσαίας αγροτιάς, της νεολαίας κ.λπ.

Ορος για την ενιαιοποίηση των αγώνων είναι το «μπόλιασμα» του περιεχομένου αυτών με την αντιπαράθεση με τη μήτρα της επίθεσης σε όλα τα τμήματα των εργαζομένων, δηλ. με την Ευρωπαϊκή Ενωση, όπως επίσης και η ανάδειξη του κοινού στόχου αυτής της επίθεσης, ανεξαρτήτως πώς αυτή εκφράζεται σε κάθε επιμέρους τμήμα εργαζομένων, ποια τάξη της κοινωνίας αυτή εξυπηρετεί, και εναντίον ποιας τάξης στρέφεται.

Εν κατακλείδι, η κατεύθυνση του κινήματος με ταξική πυξίδα είναι το επίδικο της όλης προσπάθειας που αναπτύσσεται. Σε σχέση όμως με το θέμα αυτό, θεωρώ ότι υπάρχει πρόβλημα. Κατά τη γνώμη μου το «ταξικό» συγχέεται στην καθημερινότητα με το «κομματικό», με αποτέλεσμα, οποιαδήποτε αγωνιστική δράση δε βρίσκεται εν τη γενέσει της κάτω από «κομματική ομπρέλα», να αντιμετωπίζεται με καχυποψία, αν όχι και με εχθρότητα, υπερβάλλοντας σε πολλές των περιπτώσεων τον «κίνδυνο της διάχυσης».

Αμεσα δεμένο με το παραπάνω είναι και το ζήτημα της λειτουργίας του ΠΑΜΕ, και αυτό αναφορικά με δύο άξονες:

α/Η συμπαράταξη και η συμπόρευση με το ΠΑΜΕ πρέπει να είναι αποτέλεσμα της ίδιας της αγωνιστικής εμπειρίας των εργαζομένων. Μ' αυτή την έννοια, εκτιμώ ότι δε βοηθάει η προβολή τέτοιων ζητημάτων σε χώρους με πρωτολειακές μορφές κινήματος.

Πιστεύω ότι το πρωταρχικό, για τμήματα εργαζομένων με χαμηλή έως μηδαμινή αγωνιστική εμπειρία, είναι, κατ' αρχήν, το να πειστούν οι ίδιοι για την αναγκαιότητα αλλά και τη δυνατότητα νίκης της οργανωμένης ταξικής αγωνιστικής δράσης, πράγμα που, πάντα σαν αποτέλεσμα οργανωμένης παρέμβασης, μπορεί να οδηγήσει στη συμπόρευση με το ΠΑΜΕ.

β/Η «επιλογή» του ΠΑΜΕ ως τον ταξικό πόλο του κινήματος, από κάποιον εργαζόμενο, δεν μπορεί να γίνεται με βάση την κομματική του τοποθέτηση, πράγμα που, δυστυχώς, ως επί το πλείστον, ισχύει σήμερα. Θεωρητικά, η κίνηση πρέπει να είναι αντίστροφη. Ο Λένιν τόνιζε ότι η συμμετοχή στο ταξικό εργατικό κίνημα αποτελεί το σχολείο της εργατικής τάξης αναφορικά με τη συνειδητοποίηση του ρόλου της στην προοπτική της επανάστασης.

Συνεπώς, η σχετική «επιλογή» οφείλει να γίνεται μέσα στους χώρους δουλειάς, από τους ίδιους τους εργαζόμενους και όχι από τα ΔΣ, στη βάση της ταξικότητας των προτάσεων που προβάλλονται από κάθε πλευρά.

Ιδιαίτερα πρέπει να παίρνεται υπ' όψη ότι στη συνείδηση μεγάλης μερίδας των εργαζομένων ο ρόλος των τριτοβάθμιων οργανώσεων, με τους δοσμένους συσχετισμούς, δεν είναι κατανοητός και πολύ περισσότερο καταδικαστέος. Η τέτοιου είδους θωράκιση του ταξικού πόλου του κινήματος μπορεί να ανοίξει το δρόμο για τη δημιουργία του Μετώπου, συμπαρασύροντας και τα ταλαντευόμενα τμήματα των αυτοαπασχολουμένων και της μικρομεσαίας αγροτιάς, με προοπτική πάντα τον στόχο της Λαϊκής Εξουσίας.

Είναι σαφές, τόσο από το Πρόγραμμα του Κόμματος, όσο και από τις θέσεις του Συνεδρίου, ότι η Λαϊκή Εξουσία δεν αποτελεί ξεχωριστό στάδιο, αλλά είναι οργανικό κομμάτι του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού.

Από την άλλη, προβάλλεται σταθερά ότι ο στόχος της Λαϊκής Εξουσίας και Οικονομίας μπορεί και πρέπει να συσπειρώσει τμήματα εργαζομένων τα οποία δεν είναι απαραίτητο να συμφωνούν με τη συνολική πρόταση εξουσίας του Κόμματος.

Κατά τη γνώμη μου, στο σημείο αυτό υπάρχει αντίφαση. Χρειάζεται να διευκρινιστεί το ελάχιστο όριο συμφωνίας τόσο για την οικονομία όσο και για την κατοχή της εξουσίας. Και για τη μεν οικονομία είναι πιο εύκολο να συμφωνήσει κάποιος π.χ. με την κοινωνικοποιημένη και συνεταιριστική μορφή παραγωγικής διαδικασίας. Τι γίνεται όμως με την αποδοχή της δικτατορίας του προλεταριάτου η οποία θα είναι στην ουσία η Λαϊκή Εξουσία; Εκτός και αν η Λαϊκή Εξουσία δεν ταυτίζεται με τη δικτατορία του προλεταριάτου, οπότε εισάγεται από το παράθυρο η λογική των «σταδίων».

Το σίγουρο πάντως είναι ότι τόσο η δημιουργία του Μετώπου όσο και ο στόχος της Λαϊκής Εξουσίας, αντικειμενικά, πιο εύκολα μπορεί να προσεγγιστεί από έναν κόσμο που ήδη βρίσκεται σε «κίνηση», που είναι πολιτικοποιημένος, ακόμα και αν σήμερα συμπαρατάσσεται με άλλο πολιτικό χώρο.

Συνεπώς, χρειάζεται διευκρίνιση ότι είναι άλλο πράγμα οι ηγεσίες του ΣΥΡΙΖΑ, του NAP κ.λ.π. και άλλο πράγμα οι εργαζόμενοι που τους ψηφίζουν, συμβαδίζουν πιθανά σήμερα μαζί τους, και σε κάποιες περιπτώσεις ταλαντεύονται ανάμεσα σ' αυτούς και στο Κόμμα. Η τακτική του οπορτουνισμού της εμφάνισης διπλών και τριπλών θέσεων, αλλαγής θέσεων ανάλογα με τη συγκυρία, διαστρέβλωσης των θέσεων του Κόμματος, τους μπερδεύει, ενώ ο συλλήβδην αναθεματισμός όλων από τη μεριά του Κόμματος τους πολώνει.

Σήμερα το Κόμμα δε δίνει πια τη μάχη ύπαρξης που έδινε τη δεκαετία του '90. Αντίθετα, σταθερά ανεβαίνει το κύρος και ο σεβασμός που εμπνέει στους εργαζόμενους.

Μ' αυτή την έννοια, θεωρώ ότι πρέπει να απευθύνεται πιο πλατιά και πιο επιθετικά ακόμα και σε αρνητικά διακείμενους προς αυτό εργαζόμενους, με τον «αέρα» της επιβεβαίωσης της πολιτικής του από την ίδια τη ζωή.

Αθηνά Χατζοπούλου

Ριζοσπάστης - 30 Ιανουαρίου 2009