Showing posts with label ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ ΦΙΛΙΠΠΟΣ. Show all posts
Showing posts with label ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ ΦΙΛΙΠΠΟΣ. Show all posts

February 24, 2009

ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ, ΦΙΛΙΠΠΟΣ - Για την υπεράσπιση της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στη σταλινική περίοδο και της πολιτικής της Γ΄Διεθνούς

Σύντροφοι,

Η προσωπική μου εκτίμηση από την ανάγνωση του κειμένου για το σοσιαλισμό, είναι ότι κινείται σε μια σωστή ιδεολογική κατεύθυνση επισημαίνοντας εκείνα τα βασικά πολιτικά και οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε η σοσιαλιστική οικοδόμηση.

1) Κατά τη γνώμη μου το πλέον θετικό στοιχείο του κειμένου αποτελεί η ξεκάθαρη καταδίκη των πολιτικών και ιδεολογικών αποφάσεων του 20ού Συνεδρίου του ΚΚΣΕ (1956) που σηματοδότησαν την επικράτηση δεξιών οπορτουνιστικών αντιλήψεων στην κομματική καθοδήγηση ενώ οι θεωρίες που αυτό το συνέδριο πρόκρινε, όπως οι απόψεις περί «παλλαϊκού κράτους» και «ειρηνικής συνύπαρξης σοσιαλισμού και ιμπεριαλιστικού συστήματος», αδυνάτισαν την κομματική και πολιτική επαγρύπνηση του κόμματος, άνοιξαν το δρόμο για τη νόθευση της σύστασής του από μικροαστικά στοιχεία ή άτομα αστικής καταγωγής και αντισοσιαλιστικής νοοτροπίας και υπονόμευσαν τη σταθερότητα του προλεταριακού χαρακτήρα των οργάνων και των θεσμών της σοβιετικής πολιτικής εξουσίας, καθώς επίσημα διακηρύχτηκε πως δεν υπήρχαν πια στο εσωτερικό της σοβιετικής κοινωνίας οι συνθήκες δημιουργίας ταξικών αντιθέσεων. Το 20ό Συνέδριο συνιστούσε σε επίπεδο πολιτικού εποικοδομήματος ένα σταμάτημα της εμβάθυνσης του κομμουνιστικού χαρακτήρα του σοσιαλιστικού συστήματος. Από εκεί και πέρα άρχισε σταδιακά το ξεθεμελίωμα των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής και στο επίπεδο της οικονομικής βάσης της σοβιετικής κοινωνίας. Επιπλέον, το πνεύμα του 20ού Συνεδρίου του ΚΚΣΕ συνέβαλε καθοριστικά στην ενίσχυση δεξιών οπορτουνιστικών αντιλήψεων μέσα στο εσωτερικό πολλών άλλων κομμουνιστικών κομμάτων, όσον αφορούσε την πολιτική στρατηγική τους, το πώς αντιλαμβάνονταν τον αντικαπιταλιστικό αγώνα και την τακτική των πολιτικών και κοινωνικών συμμαχιών τους. Πρόκειται για το ρεύμα του «ευρωκομμουνισμού» με την αποθέωση του «ειρηνικού δρόμου προς το σοσιαλισμό» χωρίς το επαναστατικό τσάκισμα του αστικού κράτους, όπως δίδαξε ο Λένιν, και τον εγκλωβισμό της τακτικής πολλών κομμάτων αποκλειστικά στις εκλογικές διαδικασίες και τον κοινοβουλευτικό αγώνα.

2) Κατά την άποψή μου χρειάζεται μια μεγαλύτερη εμβάθυνση της ανάλυσης για το ρόλο του 20ού Συνεδρίου στις σελίδες 26-27, καθώς δεν εξηγείται με σαφήνεια ποιες ακριβώς ήταν οι πολιτικές και κοινωνικές αιτίες που επέτρεψαν αυτή την αναθεωρητική στροφή. Το 20ό Συνέδριο υπήρξε ο «Θερμιδώρ» της ρωσικής σοσιαλιστικής επανάστασης, συνιστούσε μια καταρχήν πολιτική νίκη των αντεπαναστατικών κοινωνικών δυνάμεων που υπήρχαν στη Σοβιετική Ενωση στο νευραλγικότερο τομέα του σοσιαλιστικού εποικοδομήματος, αυτόν της κεντρικής κομματικής καθοδήγησης.

Εκκινώντας από την αναγνώριση ότι στη δεκαετία του 1930 κυρίως με την κολεκτιβοποίηση έχουμε μια ποσοτική επέκταση του σοσιαλιστικού τομέα οργάνωσης της παραγωγής ούτως ώστε για πρώτη φορά στη σοβιετική ιστορία η κοινωνικοποιημένη παραγωγή να καταστεί κυρίαρχη στο επίπεδο των υλικών, παραγωγικών δυνάμεων έναντι της ατομικής ή ομαδικής μικρομεσαίας εμπορευματοπαραγωγής, τότε η προέλευση αυτού του μικροαστικού κοινωνικού στρώματος που στήριξε αυτή τη στροφή, πρέπει να αναζητηθεί στο παρελθόν στην περίοδο της ΝΕΠ.

Στη χρονική περίοδο που ακολούθησε (χρόνια Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου και στα πρώτα χρόνια της μεταπολεμικής ανοικοδόμησης) αυτή η ομάδα μικροαστικής καταγωγής και συνείδησης εκμεταλλευόμενη τις δυσκολίες και τις περιστάσεις του πολέμου αναρριχήθηκε σε κομματικά και πολιτικά αξιώματα, εκμεταλλεύτηκε το γεγονός ότι ο πόλεμος κόστισε εκατοντάδες χιλιάδες απώλειες σε μέλη του ΚΚΣΕ, και έτσι αν και ποσοτικά ολιγάριθμη απέκτησε πολιτική βαρύτητα.

3) Το μοναδικό σημείο του κειμένου με το οποίο έχω ενστάσεις αφορά την αξιολόγηση του ρόλου της Κομμουνιστικής Διεθνούς στο μεσοπόλεμο και ιδίως στη δεκαετία του 1930, όταν η Κομιντέρν προώθησε τη δημιουργία των Λαϊκών Αντιφασιστικών Μετώπων (σελίδα 31- παράγραφος 27), όπου ουσιαστικά θεωρείται η διάλυση της Διεθνούς ως κομβική αιτία του μεταγενέστερου λανθασμένου ιδεολογικού προσανατολισμού των ΚΚ και όπου προβάλλεται η άποψη ότι η συνεργασία τους με τις σοσιαλδημοκρατικές οργανώσεις μετά το 7ο Συνέδριο του 1935 αλλοίωσε τον ορθό τους προσανατολισμό αναφορικά με το ζήτημα της επανάστασης και της κατάληψης της εξουσίας.

Πρώτη παρατήρηση: Υπάρχει, ήδη, πολύ καλά θεμελιωμένη, η αιτιολόγηση της απόφασης για αυτοδιάλυση της Κομιντέρν. Οσο και αν δε μας αρέσει, όσο και αν τούτο αντικειμενικά δυσκόλευε τη συνεργασία και την εκπλήρωση του επαναστατικού καθήκοντος των ΚΚ, η αυτοδιάλυση της Διεθνούς ήταν μια πράξη ιστορικά επιβεβλημένη από τις συνθήκες που επέβαλε ο παγκόσμιος πόλεμος. Σωστά η ΕΕ της Διεθνούς έκρινε πως η ναζιστική κατοχή, η απομόνωση και η αδυναμία ουσιαστικής επικοινωνίας των ΚΚ λόγω της εχθρικής κατοχής, η ανάγκη προώθησης του αντιφασιστικού αγώνα στις καθορισμένες συνθήκες της κάθε χώρας αποτελούσαν παράγοντες που καθιστούσαν αναγκαία την προσωρινή αυτοδιάλυσή της ως ενιαίου καθοδηγητικού κέντρου.

Δεύτερη παρατήρηση: Οι θέσεις μοιάζουν στα παραπάνω σημεία να διολισθαίνουν σε μια αντιδιαλεκτική και μη υλιστική εξήγηση των κοινωνικών και πολιτικών φαινομένων, καθώς προτάσσουν ως καθοριστική για τις μετέπειτα ιδεολογικές παρεκκλίσεις κομμάτων της Διεθνούς την επίδραση που ασκούσε ο Μπουχάριν σε όλο το διάστημα της προεδρικής του θητείας στην καθοδήγηση της Κομιντέρν. Μια τέτοια ερμηνευτική αντίληψη, που υπερβάλλει το ρόλο της προσωπικότητας στον καθορισμό της ιστορικής εξέλιξης, δεν ταιριάζει με τη μαρξιστική-υλιστική αντίληψη για το ιστορικό γίγνεσθαι. Ο Μπουχάριν και οι οπαδοί του φαντάζουν εδώ σαν παντοδύναμοι αρχηγοί που ελέγχουν απόλυτα τη Διεθνή και επιβάλλουν τη γραμμή τους στα υπόλοιπα ΚΚ. Και εδώ προκύπτει, σύντροφοι, ένα ερώτημα: Μόνος του στη δεκαετία του 1920 ο Μπουχάριν καθόριζε τη γραμμή της Διεθνούς;

Για τα λάθη των ΚΚ πριν και κυρίως μετά το 1940 η ευθύνη δεν πρέπει να αναζητηθεί τόσο στη Διεθνή, όπως διαφαίνεται στο κείμενο, αλλά σε δικές τους υποκειμενικές ιδεολογικές αδυναμίες εξαιτίας συγκεκριμένων ιστορικών συνθηκών.

Τρίτη παρατήρηση: Νομίζω πως εδώ υπάρχει ασάφεια που μπορεί να παρερμηνευτεί, υποβάλλοντας σε ορισμένους την ιδέα ότι το κείμενο προσάπτει την κατηγορία στην ηγεσία της Διεθνούς κατά τη δεκαετία του '30 πως συμβιβάστηκε με τη σοσιαλδημοκρατία (π.χ., διάλυση Κόκκινης Συνδικαλιστικής Διεθνούς και συγχώνευση νεολαιών και μαζικών εργατικών ενώσεων κομμουνιστών και σοσιαλιστών σε Ισπανία και αλλού), και αυτή η πολιτική επιλογή λίγες γραμμές παρακάτω μοιάζει να προβάλλεται ως βασική αιτία που τα ΚΚ δεν κατάφεραν να μετατρέψουν τον αντιφασιστικό αγώνα και την πάλη κατά της ναζιστικής κατοχής σε αγώνα για την επιτυχή κατάληψη της εξουσίας. Δυστυχώς, όσο και αν μας δυσαρεστεί το γεγονός, το επαναστατικό εργατικό κίνημα της περιόδου, παρά τις επιτυχίες του, βρισκόταν σε όλη την Ευρώπη του μεσοπολέμου σε θέση άμυνας, ηττημένο στα 1919-20 στη Δύση και έχοντας να αντιμετωπίσει μετά το 1929, όταν μπήκαν οι βάσεις μιας νέας επαναστατικής κρίσης, τη λαίλαπα του φασισμού-ναζισμού ως μαζικού πολιτικού κινήματος προληπτικής αντεπανάστασης της αστικής τάξης. Και δυστυχώς ο φασισμός τσάκισε την πρωτοπορία του κομμουνιστικού κινήματος στη Δύση, το γερμανικό ΚΚ. Ας υπενθυμίσουμε και τα εξής: Το σταμάτημα της δράσης της Συνδικαλιστικής Διεθνούς δεν ήταν μια υποκειμενική λάθος απόφαση της Διεθνούς στα 1937, αλλά συνιστούσε αντικειμενικό γεγονός, ανεξάρτητα από τη θέλησή της, επειδή απλούστατα τα τμήματά της είχαν στις περισσότερες χώρες τεθεί εκτός νόμου και είχαν πληγεί ανεπανόρθωτα από το φασισμό και τις στρατιωτικές δικτατορίες.

Και κάτι τελευταίο: Λόγω των παραπάνω ασαφών προτάσεων είναι πιθανός ο κίνδυνος κάποιος να προκρίνει την άποψη πως τα Λαϊκά Μέτωπα συνιστούσαν μια μάλλον επιζήμια για το εργατικό κίνημα τακτική, επειδή νοθεύτηκε ο επαναστατικός χαρακτήρας των ΚΚ από ρεφορμιστικές πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις. Τότε πρακτικά και αντικειμενικά δικαιώνεται, ως μοναδική εναλλακτική τακτική της Διεθνούς σε εκείνη τη συγκυρία, το πρόγραμμα της τροτσκιστικής και της λεγόμενης «αριστερής αντιπολίτευσης» περί «Ενιαίου Εργατικού Μετώπου» και «άμεσης σοσιαλιστικής επανάστασης σε όλες τις χώρες με άρνηση υπεράσπισης της πατρίδας έναντι της επικείμενης ναζιστικής επίθεσης». Ομως, η τροτσκιστική γραμμή απεδείχθη ιστορικά λανθασμένη και επί της ουσίας εξελίχθηκε σε μια ανοιχτά αντεπαναστατική-αντικομμουνιστική κίνηση, όπως έδειξε η εμπειρία του πολέμου.

Φίλιππος Αθανασόπουλος
ΚΟΒ Εκπαιδευτικών Αθήνας

Ριζοσπάστης - 28 Ιανουαρίου 2009

February 22, 2009

ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ, ΦΙΛΙΠΠΟΣ - Για την εξάρτηση του ελληνικού καπιταλιστικού κοινωνικού σχηματισμού

Σύντροφοι,

Αν και συμφωνώ ουσιαστικά με τα πολιτικά καθήκοντα που θέτουν οι Θέσεις, όπως και με τις περισσότερες επιμέρους διαπιστώσεις των Θέσεων, φρονώ ότι στο κείμενο υπάρχουν ορισμένα προβληματικά στοιχεία, τα οποία είναι πιθανό στο μέλλον να αποτελέσουν εφαλτήριο παρερμηνειών των αποφάσεων του προγραμματικού Συνεδρίου του Κόμματός μας, όπως αυτές διατυπώθηκαν στο 15ο Συνέδριο (1996).

Στη σελίδα 23, στη θέση 26 αναφέρεται ότι «στο διάστημα που μεσολάβησε από το 17ο Συνέδριο ενισχύθηκε η εξαγωγή κεφαλαίων από την Ελλάδα στην παγκόσμια αγορά και ιδιαίτερα στη ΝΑ Ευρώπη, καθώς και η ενεργός συμμετοχή της σε ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις για τον έλεγχο των αγορών». Αυτό που δεν ξεκαθαρίζεται στις θέσεις είναι αν η συμμετοχή αυτή από πλευράς ελληνικού κεφαλαίου αποτελεί στοιχείο αυτοδύναμης πρωτοβουλίας και πολιτικής ή αν αποτελεί στοιχείο πρόσδεσης της χώρας σε κάποιο ιμπεριαλιστικό κέντρο. Δηλαδή, η αστική τάξη της Ελλάδας επιδιώκει την οικονομική και πολιτική αναβάθμισή της από τη θέση μιας αυτόνομης ιμπεριαλιστικής δύναμης, η οποία ανταγωνίζεται στα ίσα τις άλλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις ή αντιθέτως συμμετέχει ως ουραγός στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς, προσδοκώντας οικονομικά οφέλη από τη θέση ενός περιφερειακού μοχλού διείσδυσης κάποιων ιμπεριαλιστικών κέντρων;

Η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα φαίνεται ότι δίνεται στην επόμενη παράγραφο των θέσεων: «Στο πλαίσιο της ανισόμετρης ανάπτυξης ο ελληνικός καπιταλισμός διατηρεί την αναβαθμισμένη θέση του στα Βαλκάνια που πραγματοποιήθηκε μετά την καπιταλιστικοποίησή τους, ενώ δε μεταβάλλεται η ενδιάμεση θέση του στο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα».

Είναι εμφανές ότι από τις παρούσες Θέσεις έχει απαλειφθεί οποιαδήποτε αναφορά στον εξαρτημένο χαρακτήρα του ελληνικού καπιταλισμού, μολονότι το αντίθετο διαπιστώνεται από το Πρόγραμμα του 15ου Συνεδρίου.

Βέβαια, πουθενά στο κείμενο των Θέσεων δεν καταγράφεται ρητά η Ελλάδα ως «ιμπεριαλιστική δύναμη», αλλά ουσιαστικά ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζεται ο χαρακτήρας της διείσδυσης του ελληνικού κεφαλαίου στα Βαλκάνια συνιστά έναν τρόπο ερμηνείας που παραπέμπει στα χαρακτηριστικά μιας ιμπεριαλιστικής διείσδυσης.

Μια πιθανή ερμηνεία του όρου «εξάρτηση» είναι να εκλαμβάνεται ως οικονομική αλληλεπίδραση ανάμεσα στις καπιταλιστικές οικονομίες στα πλαίσια των διεθνών αγορών. Ως εκ τούτου ο όρος μπορεί να εξαλειφθεί γιατί δεν αποτελεί κάποιο σημαίνον ποιοτικά γνώρισμα της σύγχρονης ιμπεριαλιστικής βαθμίδας του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Ομως η παραπάνω ερμηνεία δεν αποτελεί λενινιστική θεώρηση της έννοιας «εξάρτηση», καθώς για τον Λένιν βασικό χαρακτηριστικό του παγκόσμιου καπιταλισμού στην κρατικομονοπωλιακή, ιμπεριαλιστική βαθμίδα ανάπτυξής του είναι η ανισόμετρη ανάπτυξη των εθνικών καπιταλιστικών κοινωνικών σχηματισμών. Σε τελευταία ανάλυση, ανισόμετρη ανάπτυξη σημαίνει ότι μέσα στα πλαίσια της διεθνούς ιμπεριαλιστικής αλυσίδας κάποια κράτη αποτελούν ηγεμονικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, ενώ κάποια άλλα είναι χώρες και οικονομίες εξαρτημένες οικονομικά από τα πρώτα. Δηλαδή είναι σαφές ότι ο ιμπεριαλισμός, ως τελευταίο στάδιο του καπιταλισμού, αποτελεί παγκόσμιο σύστημα με ανισότιμες σχέσεις ανάμεσα στα κράτη - οικονομίες - αστικές τάξεις αυτής της αλυσίδας και όχι μία βαθμίδα οικονομικής - υλικής συσσώρευσης στην οποία φτάνει κάποια στιγμή ο κάθε εθνικός καπιταλισμός ξεχωριστά..

Επιπλέον, εάν θέλουμε να χαρακτηρίσουμε μια χώρα ως ιμπεριαλιστική, δηλαδή μη εξαρτημένη, πρέπει οπωσδήποτε αυτή να πληροί και τις πέντε προϋποθέσεις - γνωρίσματα του ιμπεριαλισμού, όπως έχουν αναλυθεί από τον Λένιν (συγκέντρωση κεφαλαίων και παραγωγής, ώστε να έχουμε μονοπώλια, κυριαρχία του χρηματιστικού κεφαλαίου από τη συγχώνευση βιομηχανικού και τραπεζικού, προτεραιότητα στην εξαγωγή κεφαλαίων και δημιουργία διεθνών μονοπωλιακών ενώσεων που προχωρούν στο εδαφικό μοίρασμα της γης και της παγκόσμιας αγοράς). Ακόμα και αν παραβλέψουμε το ότι αυτά τα γνωρίσματα αναφέρονται για τον ιμπεριαλισμό ως παγκόσμια αλυσίδα και όχι ως βαθμίδα ανάπτυξης μιας εθνικής, μεμονωμένης καπιταλιστικής οικονομίας, και πάλι η ελληνική οικονομία δε χαρακτηρίζεται από την κυριαρχία όλων των παραπάνω γνωρισμάτων ταυτόχρονα. Και αυτό επειδή, αν και υπάρχουν μονοπώλια και πραγματοποιείται ως ένα βαθμό και εξαγωγή κεφαλαίων, η ελληνική αστική τάξη αντικειμενικά δε διαθέτει τις οικονομικές, διπλωματικές και στρατιωτικές δυνάμεις για να διεκδικήσει αυτόνομα και από μόνη της την αναβάθμισή της στη διεθνή αγορά. Επιπλέον οι ελληνικές εταιρείες που εξάγουν κεφάλαια με τις επενδύσεις τους στο εξωτερικό, όπως ο ΟΤΕ και η Εθνική Τράπεζα, σε μεγάλο βαθμό ελέγχονται από ξένους μονοπωλιακούς ομίλους. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της εξαγοράς του ΟΤΕ από τη γερμανική «Deutsce Telekom».

Ενα αμφιλεγόμενο στοιχείο των Θέσεων, σχετικό με τις προηγούμενες επισημάνσεις, βρίσκεται στη σελίδα 28, στο κεφάλαιο 34, όπου καταγράφεται ότι υπάρχει πολιτικοστρατιωτική εξάρτηση της χώρας μας από τις ΗΠΑ. Ομως σε αυτό το σημείο χρησιμοποιούμε τον όρο «εξάρτηση» όχι με την οικονομική του διάσταση, αλλά μόνο με την πολιτική, όπως ακριβώς κάνουν οι οπορτουνιστές του ΣΥΡΙΖΑ αναφερόμενοι στις σχέσεις ΗΠΑ και ΕΕ.

Τελειώνοντας, μολονότι είναι γνωστό πως στο παρελθόν η παραδοχή της οικονομικής εξάρτησης χρησιμοποιήθηκε με λανθασμένο τρόπο για τη δικαιολόγηση συμμαχιών, και απαράδεκτων, συμβιβασμών με τμήματα της αστικής τάξης από το κομμουνιστικό κίνημα, σήμερα θα ήταν εξίσου λανθασμένο το να αρνηθούμε την οικονομική εξάρτηση του ελληνικού καπιταλισμού, επειδή αυτή συνιστά μια αντικειμενική υλική πραγματικότητα που μπορεί να εξαλειφθεί μόνο μαζί με την κατάργηση του ζυγού της μισθωτής εργασίας από την επικράτηση της σοσιαλιστικής επανάστασης.

Ζήτω τα 90 χρόνια του ηρωικού ΚΚΕ!

Φίλιππος Αθανασόπουλος
ΚΟΒ Εκπαιδευτικών Αθήνας

Ριζοσπάστης - 24 Ιανουαρίου 2009