February 22, 2009

ΚΟΖΑΤΣΑΣ, ΓΙΑΝΝΗΣ - Σοσιαλισμός και κομμουνισμός

Η γενική χρήση του όρου κομμουνιστικές και όχι σοσιαλιστικές σχέσεις παραγωγής προκειμένου να δηλωθεί η μορφή της κοινωνικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής στο σοσιαλισμό, θεωρώ ότι είναι λανθασμένη και οδηγεί στην παραγνώριση των διαφορών μεταξύ σοσιαλισμού και κομμουνισμού. Η πρώτη, μεταβατική φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας δεν ταυτίζεται με τον ανεπτυγμένο κομμουνισμό, η ίδια η παραγωγική βάση της κοινωνίας διατηρεί συγκεκριμένες αντιφάσεις και κατάλοιπα από τον καπιταλισμό και διακρίνεται για τις ιδιαίτερες νομοτέλειές της. Σοσιαλιστικές ονομάζονται οι ανολοκλήρωτες ακόμη κομμουνιστικές σχέσεις παραγωγής.

Οπως σημειώνει ο Μαρξ «η διανομή των μέσων κατανάλωσης είναι κάθε φορά μονάχα συνέπεια της διανομής των ίδιων των όρων παραγωγής», εκφράζοντας έτσι «το χαρακτήρα του τρόπου παραγωγής». Συνεπώς η διαφορά της αρχής διανομής του σοσιαλισμού («ανάλογα με την εργασία») από του κομμουνισμού («ανάλογα με τις ανάγκες») δηλώνει σαφώς διαφορές στην ίδια την παραγωγή εν γένει. Στις σοσιαλιστικές σχέσεις παραγωγής «σε ό,τι αφορά στη διανομή των μέσων κατανάλωσης στους μεμονωμένους παραγωγούς, κυριαρχεί η ίδια αρχή όπως και στην παραγωγή ισοδύναμων εμπορευμάτων, ανταλλάσσεται ίση εργασία σε μία μορφή με ίση εργασία σε άλλη μορφή» [...] «είναι ανταλλαγή ίσων αξιών». «Το περιεχόμενο και η μορφή» αλλάζουν όμως, η αξία παραμένει ακόμη αναγκαία προκειμένου να μετρηθεί ο παραγωγικός κύκλος, σε αντίθεση με τον κομμουνισμό όπου τα προϊόντα παύουν να ανταλλάσσονται ως «ισοδύναμα», παύουν να μετριούνται ως «αξίες». Η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων αποσυνδέει την αξία χρήσης από την αξία.

Η δυνατότητα ύπαρξης στο σοσιαλισμό μικρής εμπορευματικής παραγωγής και εξωτερικού εμπορίου καθιστά περισσότερο σύνθετη τη λειτουργία του νόμου της αξίας. Οπως υπογραμμίζει ο Στάλιν, ο νόμος της αξίας δε ρυθμίζει τη σοσιαλιστική παραγωγή, όμως η «ενέργειά» του «επεκτείνεται» και σε αυτήν, καθώς διατηρεί, εντός ορίων, το «ρόλο του ρυθμιστή» στην «ανταλλαγή κατά κύριο λόγο των εμπορευμάτων ατομικής κατανάλωσης».

Η εξομοιωτική χρήση του όρου κομμουνιστικές σχέσεις παραγωγής οδηγεί περαιτέρω αναγκαία στην εξάντληση της έννοιας των σχέσεων παραγωγής σε σχέσεις ιδιοκτησίας. Το περιεχόμενο των σοσιαλιστικών παραγωγικών σχέσεων (κοινωνική ιδιοκτησία) είναι κομμουνιστικό, όμως οι σχέσεις παραγωγής διατηρούν ακόμη μορφές όπως τον καταμερισμό και την εξειδίκευση, τη διάκριση σωματικής και πνευματικής εργασίας. Μόνο με το πέρασμα της κοινωνίας στον κομμουνισμό «θα εξαφανιστεί η υποδουλωτική υποταγή των ατόμων στον καταμερισμό της εργασίας και μαζί της και η αντίθεση ανάμεσα στη σωματική και στην πνευματική δουλειά». Η εξειδίκευση οδηγεί ακολούθως στην ανάγκη αναγωγής της σύνθετης εργασίας σε απλή για τον καθορισμό των μισθών -θεμέλιο της πολιτικής μισθών στο σοσιαλισμό. Υποτιμώντας αυτή την αντίθεση, σημειώνεται στις Θέσεις 7 και 36 πως ο χρόνος αποτελεί το μοναδικό «μέτρο της ατομικής προσφοράς» εργασίας στο σοσιαλισμό, δίχως η εργασία να «διαχωρίζεται σε σύνθετη ή απλή, χειρωνακτική ή όχι». Η τοποθέτηση αυτή απλώς «λύνει» βολονταριστικά-διοικητικά το ζήτημα του καταμερισμού της εργασίας προτού λυθούν πραγματικά οι αντιθέσεις στο επίπεδο της παραγωγής, προτού ξεπεραστούν οι υλικοί όροι που τις επιβάλλουν. Το κείμενο της Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης του 1995, ασκεί σωστά κριτική στην «ισοπεδωτική αντίληψη για τις αμοιβές» και στις συνέπειές της.

Οι σοσιαλιστικές σχέσεις παραγωγής διατηρούνε ως προς τη μορφή τους ένα ακόμη χαρακτηριστικό, ουσιαστικό παρεπόμενο του καταμερισμού της εργασίας: τη διάκριση μεταξύ διεύθυνσης της παραγωγής και παραγωγής καθεαυτής. Η «διεύθυνση» παύει ολοκληρωτικά να είναι πνευματικά και κοινωνικά αποσπασμένη από τους άμεσους παραγωγούς, μονάχα στον κομμουνισμό. Οι κομμουνιστικές σχέσεις παραγωγής αποβάλλουν οριστικά κάθε αντίθεση μεταξύ παραγωγής και οργάνωσής της. Ο σοσιαλισμός εκπληρώνει με προσήλωση το καθήκον διαπαιδαγώγησης των εργατών στη διεύθυνση της παραγωγής προκειμένου στη θέση της πολιτικής διακυβέρνησης των προσώπων να βάλουν τη διαχείριση των πραγμάτων.

Αυτή η παραγνώριση των διαφορών μεταξύ σοσιαλιστικών και κομμουνιστικών σχέσεων παραγωγής οδηγεί αναγκαία σε σοβαρές συνέπειες.

Εφόσον οι σοσιαλιστικές σχέσεις ταυτίζονται με τις κομμουνιστικές και εφόσον η κολχόζνικη ιδιοκτησία δεν αποτελεί σχέση παραγωγής του κομμουνισμού, άρα αποτελεί εγγενώς εχθρική σχέση και για την ίδια τη σοσιαλιστική οικοδόμηση. Ετσι οι Θέσεις 9, 23 και 35 αντιδιαστέλλουν πρωτοφανώς τη «σοσιαλιστική» και τη «συνεταιριστική» ιδιοκτησία, θεωρώντας τη δεύτερη ως μη-σοσιαλιστική, και όχι ως μεταβατική σοσιαλιστική σχέση, στην προοπτική πλήρους κοινωνικοποίησης της γης. Ο Στάλιν ρητά θα υπερασπιστεί την κολχόζνικη ιδιοκτησία ως μία από τις δύο «βασικές μορφές σοσιαλιστικής παραγωγής», τονίζοντας ότι από το γεγονός ότι τα κολχόζ «δεν είναι ιδιοκτησία κοινωνική, δε βγαίνει, σε καμιά περίπτωση, το συμπέρασμα ότι [...] δεν είναι σοσιαλιστική ιδιοκτησία». Ο διαχωρισμός των κολχόζ από τη «σοσιαλιστική ιδιοκτησία» αμφισβητεί άμεσα τον ίδιο το σοσιαλιστικό χαρακτήρα της σοβιετικής κοινωνίας.

Για την πρώτη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας, ο νόμος της αξίας και οι εμπορευματοχρηματικές σχέσεις αποτελούν μοχλό ανάπτυξης, αξιοποιούνται «στα πλαίσια της σχεδιασμένης παραγωγής και της κοινωνικής ιδιοκτησίας, με στόχο το βάθεμα των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής». Ο Στάλιν υπογραμμίζει ότι «η εμπορευματική κυκλοφορία είναι ασυμβίβαστη με την προοπτική περάσματος απ' το σοσιαλισμό στον κομμουνισμό», τονίζοντας ωστόσο πως οικονομικά φαινόμενα όπως τα κολχόζ και η εμπορευματική κυκλοφορία χρησιμοποιούνται «με επιτυχία για την ανάπτυξη της σοσιαλιστικής οικονομίας και φέρνουν στην κοινωνία μας αναμφισβήτητο όφελος», πως «είναι αναμφισβήτητο ότι θα φέρνουν όφελος και στο κοντινό μέλλον». Οι απόπειρες της σοβιετικής ηγεσίας να αξιοποιήσει ευρύτερα το νόμο της αξίας, δεν ήταν μονάχα ένα γυμνό αποτέλεσμα οπορτουνιστικού συμβιβασμού, αλλά ταυτόχρονα μια προσπάθεια επίλυσης ζητημάτων οργάνωσης και ελέγχου του σοσιαλιστικού σχεδιασμού, τα οποία, στη θηριώδη σοβιετική οικονομία, ήταν ακόμη τεχνολογικά αδύνατη η ολοκληρωτική επίλυσή τους.

Η ταύτιση των σοσιαλιστικών και κομμουνιστικών σχέσεων οδηγεί αναγκαία στην παραγνώριση των αντικειμενικών νομοτελειών ανάπτυξης του σοσιαλισμού, μετατρέπει το πέρασμα στον κομμουνισμό σε βολονταριστικό-διοικητικό καθήκον. Στη βάση αυτή υποστηρίζεται στη Θέση 18 πως μετά το Β΄ παγκόσμιο πόλεμο θα έπρεπε «να επεκταθούν και να κυριαρχήσουν πλήρως οι κομμουνιστικές σχέσεις» στο σύνολο της παραγωγής, καθώς η κολχόζνικη ιδιοκτησία γινόταν «τροχοπέδη στην ισχυρή ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων». Διαβάζοντας επιπλέον στη Θέση 2, εν είδει «ορισμού», πως κομμουνισμός σημαίνει την «πλήρη επικράτηση» των κομμουνιστικών σχέσεων, οδηγούμαστε αυτονόητα στο συμπέρασμα ότι στα μέσα της δεκαετίας του '50 ήταν δυνατή η μετάβαση στον ανεπτυγμένο κομμουνισμό. Η τοποθέτηση αυτή αποτελεί σαφώς μία νεφελώδη θεωρητική εκτίμηση, βασισμένη στην εξομοίωση των σοσιαλιστικών και κομμουνιστικών σχέσεων παραγωγής, δίχως να συνεκτιμάει τα οικονομικά και τεχνολογικά δεδομένα της σοβιετικής κοινωνίας της εποχής, το πραγματικό επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων (κανένα οικονομικό στοιχείο δεν αναφέρεται στο κείμενο) ούτε τις αντίστοιχες εκτιμήσεις του ΚΚΣΕ που, όπως μας δείχνουν τα Οικονομικά Προβλήματα, το ζήτημα της κοινωνικοποίησης της κολχόζνικης ιδιοκτησίας δεν είχε ακόμη τεθεί καν ως ένα άμεσο πολιτικό και τεχνικό καθήκον στη σοβιετική ηγεσία. Δε σταθμίζει τέλος τις διαθέσεις των μαζών, δηλαδή αν το άπλωμα της κοινωνικοποίησης θα μπορούσε τη δεδομένη στιγμή να διατηρήσει αραγή τη συμμαχία της εργατικής τάξης με την αγροτιά.

Αυτός ο άξονας κριτικής των Θέσεων παράλληλα με τις εκτιμήσεις περί «στροφής», περί «απώλειας» των «επαναστατικών χαρακτηριστικών» του ΚΚΣΕ (ο «οπορτουνισμός» οικοδομούσε σοσιαλισμό;) ή τη σαφή υποτίμηση του πολύμορφου ρόλου του παγκόσμιου ιμπεριαλισμού, θα μπορούσαν να οδηγήσουν έως και στην αμφισβήτηση του ίδιου του σοσιαλιστικού χαρακτήρα της ΣΕ. Τα ζητήματα αυτά θα πρέπει να μελετηθούν προσεκτικότερα στα πλαίσια αυτής της συζήτησης που, με τιμή απέναντι στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, ανοίγει σήμερα το Κόμμα μας.

Γιάννης Κοζάτσας
ΚΟΒ Λιψίας, Γερμανία

Ριζοσπάστης - 24 Ιανουαρίου 2009
ΕΠΑΝΟΡΘΩΣΗ
Στο άρθρο του Γιάννη Κοζάτσα, που δημοσιεύτηκε το Σάββατο 24 Γενάρη 2009, ο δαίμων του τυπογραφείου εξαφάνισε τις παραπομπές.

Διευκρινίζουμε ότι:
  • τα αποσπάσματα του Μαρξ υπάρχουν στο έργο «Κριτική του Προγράμματος της Γκότα»,
  • τα αποσπάσματα του Στάλιν στο έργο «Οικονομικά προβλήματα του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ»,
  • το απόσπασμα του Ενγκελς στο έργο «Αντί-Ντίρινγκ».
  • Επίσης στο άρθρο περιέχονται αποσπάσματα από τα Υλικά της Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης και από το Πρόγραμμα του ΚΚΕ.

ΑΝΘΟΥΣΗΣ, ΔΗΜΗΤΡΗΣ - Παρέμβαση σε τμήμα νεολαίας με διαφορετική γλώσσα - θρησκεία - καταγωγή

Στις θέσεις, σχετικά με την ΚΝΕ τονίζεται ότι:... Εμφανίζει μεγαλύτερη ικανότητα και ωριμότητα στην ανάπτυξη της δράσης της για τα οξυμένα προβλήματα της εργαζόμενης, μαθητικής και σπουδαστικής νεολαίας. Βελτίωσε σημαντικά τον προσανατολισμό δράσης της στους χώρους εργασίας της νεολαίας, στη νεολαία που βιώνει τα προβλήματα της εργασιακής περιπλάνησης και των ελαστικών εργασιακών σχέσεων, τα προβλήματα των νέων ζευγαριών... διεύρυνε το περιεχόμενο δράσης στη νεολαία με το σύνολο των σύγχρονων αναγκών.

Ενα παράδειγμα που επιβεβαιώνει αυτό το απόσπασμα από τις Θέσεις αποτελεί η προσπάθεια να ανοίξουμε τη δουλειά μας σε νέους Ελληνες πολίτες, με διαφορετική καταγωγή, γλώσσα και θρησκεία. Στους νέους, της μουσουλμανικής μειονότητας στο Ν. Ροδόπης.

1. Οι συγκεκριμένοι νέοι βιώνουν πιο έντονα τα αποτελέσματα της ταξικής πολιτικής.

Απασχόληση: Απασχολούνται στην αγροτική οικονομία, στην οικοδομή, σε μικρές επιχειρήσεις (συνεργεία, επιπλάδικα κλπ) με το όνειρο να ανοίξουν δική τους δουλειά, στη βιομηχανία σαν ανειδίκευτοι εργάτες, σε σούπερ μάρκετ. Ηταν αποκλεισμένοι σε μεγάλο βαθμό, από χώρους δουλειάς, όπως ο δημόσιος τομέας, ο ευρύτερος δημόσιος τομέας, η κοινή ωφέλεια, η ΤΑ. Σαν αιτία του αποκλεισμού προβαλλόταν η άγνοια της ελληνικής γλώσσας. Πρόβλημα που έχει βάση, που όμως καθοριστική ευθύνη έχουν οι μέχρι τώρα κυβερνήσεις της χώρας. Ευθύνη που έμμεσα αναγνωρίστηκε, με τη νομοθετική καθιέρωση της ποσόστωσης στην εισαγωγή στα ΑΕΙ και ΤΕΙ νέων από τη μειονότητα (1998) και στους διορισμούς μέσω ΑΣΕΠ (2008).

Εκπαίδευση: Οι περισσότεροι νέοι της μειονότητας φοιτούν σε ένα ιδιόμορφο - ιδιωτικό «εθνικό» σχολείο, το λεγόμενο μειονοτικό σχολείο, που δημιουργήθηκε στη βάση της Συνθήκης της Λωζάνης αλλά και άλλων μορφωτικών συμφωνιών ανάμεσα σε Ελλάδα και Τουρκία. Αυτό το σχολείο έχει μεγαλύτερα λειτουργικά προβλήματα, είναι περισσότερο υποβαθμισμένο. Δε βοηθάει στην ενότητα της εργατικής τάξης και δε μαθαίνει σωστά στα παιδιά, ούτε την ελληνική ούτε την τουρκική γλώσσα. Βέβαια, η κατάσταση είναι πολύ καλύτερη σε σχέση με εκείνη των γονιών τους. Πριν την εφαρμογή της ποσόστωσης στην εισαγωγή στα ΑΕΙ και ΤΕΙ της χώρας, όσοι νέοι τελείωναν το μειονοτικό Λύκειο και ήθελαν να σπουδάσουν, κατευθύνονταν στην Τουρκία. Μέχρι δε το 1995-96, που ίσχυε ο θεσμός της εισαγωγής στο μειονοτικό Γυμνάσιο με κλήρωση, πολλά παιδιά τελείωναν Γυμνάσιο - Λύκειο στην Τουρκία. Σήμερα όλα αυτά τα παιδιά, μαζί κι εκείνα που τελειώνουν με δυσκολία (κυρίως λόγω γλώσσας) τα ελληνικά πανεπιστήμια, είναι νέοι επιστήμονες, από τους οποίους άλλοι εργάζονται σαν ελεύθεροι επαγγελματίες, κι άλλοι είναι άνεργοι ή ετεροαπασχολούνται.

Ψυχαγωγία - Αθλητισμός: Τηλεόραση, που κυρίως μεταδίδει τα προγράμματα της τουρκικής τηλεόρασης, - καφενείο - καφετερία, θέατρο - κινηματογράφος αποκλείονται λόγω γλώσσας και γιατί δεν παίζονται τούρκικες ταινίες. Τα τελευταία 5 χρόνια δραστηριοποιείται ερασιτεχνική θεατρική ομάδα, με ερασιτέχνη σκηνοθέτη, που ανεβάζει θεατρικά έργα στην Τουρκική. Οι παραστάσεις δίνονται στην Κομοτηνή, στην Ξάνθη και σε μερικά κεφαλοχώρια. Συνολικά τις παραστάσεις παρακολουθούν 4.000-5.000 θεατές.

Το ερασιτεχνικό ποδόσφαιρο συγκεντρώνει τους περισσότερους νέους της μειονότητας, της πόλης και της υπαίθρου.

Η Τουρκική Νεολαία Κομοτηνής, που δικαστικά έχασε αυτό τον τίτλο πριν είκοσι χρόνια περίπου, όχι όμως και στη συνείδηση των νέων της μειονότητας (δεν έδωσαν δικαστική συνέχεια όπως συνέβη με την αντίστοιχη Ενωση της Ξάνθης) λειτουργεί σε δικό της χώρο - εντευκτήριο.

2. Οι προσπάθειες που κάνουμε να προσεγγίσουμε το κομμάτι αυτό της νεολαίας, έφερε περιστασιακά, στην ΚΝΕ, ορισμένους μαθητές, φοιτητές και ελάχιστους εργαζόμενους νέους. Ελειπε ο σταθερός προσανατολισμός, αν και έγιναν βήματα, με βάση τις ιδιαιτερότητες. Οι δυνάμεις που υπηρετούν τα ιμπεριαλιστικά σχέδια μέσα κι έξω από τη χώρα, στην προσπάθεια χειραγώγησης της νεολαίας, αναδεικνύουν τις εθνικοθρησκευτικές διαφορές σαν κυρίαρχες για να σκεπάσουν τις ταξικές, έτσι ώστε να ατονήσουν τα κοινά ταξικά συμφέροντα του λαού και της νεολαίας, να ανακόψουν την πάλη και τη διεκδίκηση.

Πέρα όμως από τις δυσκολίες και τις ιδιαιτερότητες αναδεικνύονται και πολλές δυνατότητες, που έχουν να κάνουν με την όξυνση των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι νέοι, την ανασφάλεια, την αβεβαιότητα για το μέλλον. Δυνατότητες από το γεγονός ότι σε σχέση με το παρελθόν έχει αυξηθεί η συμμετοχή της νεολαίας της μειονότητας, στην κοινωνική ζωή της πόλης

Κόμμα και ΚΝΕ στο νομό χρειάζεται να εμπλουτίσουμε πολύπλευρο - πολύμορφο σχέδιο παρέμβασης, εντάσσοντας όλες τις μορφές που βοηθούν στην ανάπτυξη ουσιαστικών δεσμών με τους νεολαίους, να σηκώσουμε ζητήματα γύρω από τα δικαιώματα της νεολαίας, γενικά αλλά και ειδικά στον ελεύθερο χρόνο, στον πολιτισμό, στον αθλητισμό.

Να αναδείξουμε την ταξικότητα των προβλημάτων και να οργανώσουμε την πάλη της νεολαίας, δουλεύοντας με την στρατηγική του Κόμματος, αξιοποιώντας και τις επεξεργασίες του Κόμματος για τις μειονότητες, να ανεβάσουμε την ικανότητα οικοδόμησης σε αυτούς τους χώρους.

Να δώσουμε βάρος στους χώρους όπου ζει και μορφώνεται η νεολαία, στα στέκια και στα σχολεία (ΕΠΑΛ - ΕΠΑΣ), στους χώρους δουλειάς και στην ύπαιθρο. Να μπολιάζουμε όλο και περισσότερες συνειδήσεις στη λογική χειραφέτησης της νεολαίας από την επιρροή του ιμπεριαλισμού και της άρχουσας τάξης. Στη λογική τσακίσματος της κυριαρχίας του κεφαλαίου.

Να κυριαρχήσει ότι οι μειονότητες μπορούν και πρέπει να αποτελούν γέφυρες φιλίας, κι όχι εργαλείο υπέρ των ιμπεριαλιστικών σχεδίων.

Ανθούσης Δημήτρης
ΝΕ Ροδόπης

Ριζοσπάστης - 24 Ιανουαρίου 2009

ΧΟΝΔΡΟΚΟΥΚΗΣ, ΜΙΧΑΛΗΣ - Περι ιμπεριαλισμού, ενδιάμεσης και εξαρτημένης θέσης, ιμπεριαλιστικής πυραμίδας και πιθανών παρανοήσεων

Με αφορμή την περαιτέρω επεξεργασία των Θέσεων του Κόμματος ενόψει του 18ου Συνεδρίου, πρέπει να οριστούν με μεγαλύτερη σαφήνεια κάποιες έννοιες, διότι προκαλείται μια επικίνδυνη σύγχυση σε οπαδούς και μέλη. Υπάρχουν πολλοί που μπερδεύονται και λένε «μπορεί η Ελλάδα να είναι εξαρτημένη, αλλά έχει ενδιάμεση θέση. Κάνει επενδύσεις και στέλνει στρατό σε άλλες χώρες, δηλαδή είναι ένας μικρός ιμπεριαλιστής». Η σκέψη αυτή είναι εντελώς λανθασμένη, διότι όχι μόνο ακυρώνει τη σημασία της εξάρτησης, αλλά διαστρεβλώνει και το περιεχόμενο των διεθνών σχέσεων στο ιμπεριαλιστικό στάδιο.

Βασικό χαρακτηριστικό του ιμπεριαλιστικού σταδίου είναι ότι από τις αρχές του 20ού αιώνα περάσαμε σε μια εποχή που «ο κόσμος ...είναι μοιρασμένος έτσι που από εδώ και πέρα πρόκειται να γίνουν μόνο ξαναμοιράσματα, δηλαδή πέρασμα από τον έναν "κάτοχο" στον άλλο...». Καθώς οι μεγαλύτερες αστικές χώρες γίνονται ιμπεριαλιστικές, οι υπόλοιπες υποκύπτουν σε οικονομική και πολιτικο-στρατιωτική εξάρτηση. Οι ιμπεριαλιστές δημιουργούν «ποικίλες μορφές εξαρτημένων χωρών, που πολιτικά είναι τυπικά ανεξάρτητες, στην πράξη όμως είναι μπλεγμένες στα δίχτυα της χρηματιστικής και διπλωματικής εξάρτησης». Οι σχέσεις που περιγράφει ο Λένιν είναι σχέσεις εξουσίας και υποταγής, που διαφέρουν από χώρα σε χώρα ως προς τη μορφή της εξάρτησης. Στις χώρες αυτές υπάρχουν μονοπώλια, μόνο που είναι εξαρτημένα από τα υπερμονοπώλια των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Γίνεται εξαγωγή κεφαλαίου, αλλά δε συνοδεύεται από πολιτικό έλεγχο. Η Ελλάδα επενδύει στα Βαλκάνια, αλλά δεν έχει αντίστοιχη βαλκανική σφαίρα πολιτικής επιρροής. Ο ελληνικός στρατός συμμετέχει σε πολεμικές επεμβάσεις του NATO, αλλά ως αποτέλεσμα υποτέλειας.

Ο όρος «ενδιάμεση», ως προσδιορισμός της θέσης της Ελλάδας στο ιμπεριαλιστικό σύστημα, δεν μπορεί να ορίζει διαβάθμιση ανάμεσα στην «εξάρτηση» και την «ανεξαρτησία». Οι έννοιες αυτές, πέρα από αντίθετες, είναι και αντιφατικές, καθώς η ισχύς της μίας συνεπάγεται την άρση της άλλης. Δηλαδή, εάν κάποια χώρα είναι εξαρτημένη, δεν μπορεί να είναι και ανεξάρτητη. Το γεγονός ότι στην παρούσα χρονική περίοδο η αστική τάξη και η κυβέρνηση της χώρας μας εξυπηρετούν τα σχέδια των ιμπεριαλιστών, π.χ. με καθοδηγούμενες επενδύσεις και συμμετοχή σε στρατιωτικές επεμβάσεις, δε συνιστά λόγο για την εισαγωγή ενός όρου που προκαλεί επικίνδυνες παρανοήσεις.

Η Ελλάδα, από τη συγκρότηση του ελληνικού κράτους περί το 1830, τελούσε υπό την κηδεμονία των Μεγάλων Δυνάμεων. Μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η χώρα περνά στη σφαίρα επιρροής των ΗΠΑ και η αμερικάνικη επικυριαρχία ασκείται απροκάλυπτα με την οικονομική «βοήθεια» (σχέδιο Μάρσαλ), τη στρατιωτική «βοήθεια» (αμερικανικές βάσεις), τη διοικητική «βοήθεια» (το διορισμό στα ανώτατα κυβερνητικά, δικαστικά και στρατιωτικά κλιμάκια μόνο εκείνων που ενέκρινε το αμερικανικό προξενείο) και την πολιτική «βοήθεια» (την προώθηση στην εξουσία της χώρας μαριονέτων πολιτικών όπως οι Καραμανλήδες και οι Παπανδρέου, οι οποίοι λειτουργούν ως υπάλληλοι των ιμπεριαλιστών είτε των ΗΠΑ είτε της ΕΕ έως και σήμερα).

Με βάση τη λενινιστική θεωρία, το Κόμμα επεξεργάζεται τις ιδιαιτερότητες της ελληνικής πραγματικότητας και διαμορφώνει το επαναστατικό πρόγραμμά του. Πριν την είσοδο της Ελλάδας στην ΕOK το Κόμμα είχε την εκτίμηση ότι η άρχουσα τάξη, θέλει δε θέλει, υποχρεώνεται ν' αναζητήσει ένα δρόμο ανασυγκρότησης του εξαρτημένου κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού. Και αυτό γίνεται με τη βαθύτερη προσαρμογή του στην ΕΟΚ και στο σύστημα του ιμπεριαλισμού συνολικά... Ο δρόμος αυτός οδηγεί σε νέες παραχωρήσεις προς το ξένο κεφάλαιο και φέρνει νέες εξαρτήσεις από τον ιμπεριαλισμό. Συνεπώς, η εξάρτηση έχει καθοριστική σημασία και κεντρικό ρόλο στην ανάλυση και το πρόγραμμα του Κόμματος και δεν πρέπει να παραλείπεται ως βασική παράμετρος περιγραφής της θέσης της Ελλάδας στο ιμπεριαλιστικό σύστημα, αλλά πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά το σχεδιασμό της πρότασης εξουσίας, τη συγκρότηση και οργάνωση του Μετώπου και την απεύθυνση στο λαό.

Ο νεολογισμός «ιμπεριαλιστική πυραμίδα» ίσως να επιτείνει τέτοιες παρερμηνείες και συγχύσεις, πράγμα που δε συμβαίνει με τον όρο «ιμπεριαλιστική αλυσίδα». Εάν η χρήση των κατάλληλων λέξεων είναι κρίσιμη και μια εικόνα είναι χίλιες λέξεις, τότε η χρήση των κατάλληλων εικόνων είναι ακόμη πιο κρίσιμη. Η εικόνα της πυραμίδας έχει ως κύριο γνώρισμα την ιεράρχηση των χωρών και αναδεικνύει ως κύριο χαρακτηριστικό της κάθε χώρας τη βαθμίδα που καταλαμβάνει στην ιεραρχία. Ετσι όμως υπάρχει κίνδυνος να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι οι διάφορες χώρες αποτελούν ένα ομοιογενές σύνολο, ότι μοιράζονται ένα κοινό χαρακτηριστικό αλλά σε διαφορετική ποσότητα, δηλαδή, εκτός από τις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες, οι υπόλοιποι είναι ιμπεριαλιστές που απλώς διαφέρουν ως προς το μέγεθος. Αυτό αποτελεί μια ποσοτικοποίηση της περιγραφής των διεθνών σχέσεων, με κίνδυνο να παραβλεφτεί το ποιοτικό τους περιεχόμενο, δηλαδή η εξάρτηση ή αλλιώς η σχέση εξουσίας και υποταγής. Αντιθέτως, η εικόνα της αλυσίδας έχει ως κύριο γνώρισμα τον τρόπο σύνδεσης των χωρών και αναδεικνύει ως κύριο χαρακτηριστικό των σχέσεων την εξάρτηση. Οι ιμπεριαλιστές αποτελούν τους πρώτους κρίκους της αλυσίδας και καθορίζουν τις τύχες των υπολοίπων, που είναι εξαρτημένες από τις πρώτες και τις ακολουθούν. Ακριβώς γι' αυτό μιλούσε ο Λένιν για σπάσιμο της αλυσίδας στον πιο αδύναμο κρίκο.

Τέλος, ο όρος «αλληλεξάρτηση» ενδέχεται να προκαλεί ανάλογου τύπου παρανοήσεις. Μπορεί να υπάρχει αλληλεξάρτηση των αγορών, αλλά όταν ο Λένιν μιλούσε για εξάρτηση, αναφερόταν σε οικονομικές και πολιτικές σχέσεις εξουσίας και υποταγής στο πλαίσιο της ιμπεριαλιστικής καταπίεσης. Εδώ απαιτείται προσοχή, διότι δημιουργείται σύγχυση σε συντρόφους και οπαδούς, οι οποίοι νομίζοντας ότι στην εποχή του ιμπεριαλισμού όλες οι τυπικά ανεξάρτητες χώρες είναι αμοιβαία αλληλοεξαρτώμενες, συγχέουν τη λενινιστική θεωρία με την τροτσκιστική ή τη σοσιαλδημοκρατική αντίληψη περί παγκοσμιοποίησης.

Ο αγώνας για το σοσιαλισμό στις εξαρτημένες χώρες, όπως η Ελλάδα, πρέπει να συνδέεται με την πάλη για εθνική ανεξαρτησία. Ελπίζω να ήμουν σαφής και να προσέφερα ό,τι μου αναλογεί στον προσυνεδριακό διάλογο.

Χονδροκούκης Μιχάλης
ΚΟΒ Ιδιωτικών Εκπαιδευτικών

Ριζοσπάστης - 23 Ιανουαρίου 2009